Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα

Είκοσι εφτά ολόκληρα χρόνια στην φυλακή, κλεμμένη ζωή, καταδικασμένες ώρες. Στο όνομα μια λευκής υπεροχής που έκανε κουμάντο στο δικό του τόπο. Ήταν η 11η Σεπτεμβρίου του 1990, η ημέρα που ο 71 ετών τότε Νέλσον Μαντέλα απελευθερώθηκε από τη φυλακή, έχοντας κρατήσει ψηλά το ηθικό το δικό του, αλλά και όλων των Αφρικανών που έψαχναν σύμβολο! 

Ο άνδρας - έμβλημα πια, σε 13 χρόνια μόλις χρόνια ελευθερίας προσπάθησε να κερδίσει τον χαμένο χρόνο μιας ζωής που ούρλιαζε τη λέξη ελευθερία, αλλά έπρεπε να υπάρξει σε κελιά, δεσμά, στολές, νύχτες που δεν τις ανάσανε, ηλιοβασίλεμα που δεν είδε, ανατολές που δεν αισθάνθηκε. 13 χρόνια ανάσας, για να βρεθεί στο νοσοκομείο και να εκπνεύσει το βράδυ της Πέμπτης.

Τη μιάμιση δεκαετία από τότε που έμεινε ελεύθερος με το Νομπέλ Ειρήνης που κέρδισε και με την πενταετή του θητεία ως πρώτος μαύρος Πρόεδρος της χώρας, άλλαξε συναρπαστικά τις συνθήκες ζωής στον όμορφο, πλούσιο, φωτεινό τόπο του.

Μια προσωπική ζωή; Κατεστραμμένη, με κάποια χαμόγελα στο τέλος της. Ο μεγάλος του γιος σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα και ο Μαντέλα δεν μπόρεσε να συμπαρασταθεί στην οικογένειά του, γιατί ήταν στη φυλακή. Ο μικρός του γιος πέθανε από AIDS.

Φήμες, συχνά χαλκευμένες κατηγορίες για τον ίδιο και τους ανθρώπους, κακόβουλα σχόλια και είρωνες ή ευθείες βολές για τον ίδιο και τη σχέση του με τις γυναίκες του. Ότι κι αν ειπωθεί, η αλήθεια όμως παραμένει εκεί, αιωνία όσο η αρχαία γη της πατρίδας του. Ο Νέλσον Μαντέλα ερωτεύτηκε μόνο την Αφρική. Ενδιάμεσα αγάπησε και κάποιες γυναίκες. 

Η άρνησή του να παντρευτεί όποια ήθελε η οικογένειά του

O Nelson Rolihlahla Mandela ανήκε στον βασιλικό οίκο του Τρανσκέι. Γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου του 1918 στα περίχωρα της Ουμτάτας της Νότιας Αφρικής. Όταν ήταν δώδεκα ετών πέθανε ο πατέρας του και τη μόρφωσή του ανέλαβε ο ανώτερος φύλαρχος. Όταν ήταν δεκαέξι ετών μπήκε στο Fort Hare University College και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ. Παρακολούθησε μαθήματα δια αλληλογραφίας για την απόκτηση διπλώματος φιλολογίας και γράφτηκε στη νομική σχολή στο Πανεπιστήμιο του Γουιτγουότερσαντ. Έγινε μέλος του ANC το 1944. Ο νεαρός Νέλσον πήγε στο Γιοχάνεσμπουργκ επειδή οι γονείς του ήθελαν να τον παντρέψουν χωρίς να το επιθυμεί ο ίδιος. Ήθελε παρά τις παραδόσεις των φυλάρχων και της ευγενούς του οικογενείας, να διαλέξει ο ίδιος τη σύζυγό του. Και το έκανε.  

Ο πρώτος γάμος: Έβελιν Μέιζ

Για τον Νέλσον Μαντέλα, έχουν γραφτεί βιογραφίες, με τη συγκατάθεση του η χωρίς. Ο ίδιος δεν επιθυμούσε να συζητάει για προσωπικά θέματα και να επηρεάζει με την ερωτική του ζωή τους νέους. Παρόλα αυτά είναι γνωστό πως η πρώτη σύζυγος του Μαντέλα ήταν η νοσοκόμα Έβελιν Μέιζ. Συναντήθηκαν το 1944 όταν εργαζόταν ως βοηθός σε δικηγορικό γραφείο του Γιοχάνεσμπουργκ και προετοιμαζόταν να γίνει δικαστής.

«Τον αγάπησα από την πρώτη στιγμή που τον είδα», είχε δηλώσει η Μέιζ στη Φατίμα Μέερ, τη συγγραφέα της αυτοβιογραφίας του. «Συνδεθήκαμε αμέσως και μέσα σε λίγους μήνες μου έκανε πρόταση γάμου». Στον γάμο τους, εκείνος ήταν 26 και εκείνη 23 ετών. Το πρώτο τους παιδί, ο Τεμπεκίλε, γεννήθηκε το 1946 και έναν χρόνο αργότερα μετακόμισαν στην περιοχή που σήμερα λέγεται Σοβέτο. 

«Ήταν φτωχικά», λέει στη βιογράφο του, ο Μαντέλα, «αλλά ήταν το πρώτο σπίτι μου και ήμουν περήφανος. Ένας άνδρας δεν είναι άνδρας μέχρι να αποκτήσει δικό του σπίτι». Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1958, το ζευγάρι χώρισε και στα χαρτιά του διαζυγίου η οργισμένη Έβελιν υποστήριξε πως ο Μαντέλα την είχε γρονθοκοπήσει και την είχε απειλήσει ότι θα τη σκοτώσει με τσεκούρι. Εκείνος αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες. Όπως και να 'χει η ιστορία δεν θα τον θυμάται για παθιασμένους συζυγικούς καβγάδες. Πολλοί ήταν αυτοί που είπαν πως η Έβελιν θέλησε να εκδικηθεί τον Μαντέλα, γιατί είχε ερωτευτεί μια άλλη γυναίκα. 

Η παράνομη σχέση: Ρου Μπουμπάτι

Ήταν το 1953. Ο Μαντέλα και ο επίσης νεαρός δικηγόρος, Όλιβερ Τάμπο έστησαν το πρώτο δικηγορικό γραφείο μαύρων στη Νότια Αφρική. Στενογράφος τους, ήταν η Ρου Μομπάτι, η οποία έπαιξε ρόλο στο διαζύγιο του Μαντέλα και πολλοί υποστηρίζουν ότι απέκτησε παιδί μαζί του. Ήταν παντρεμένη εκείνη την περίοδο, αλλά ο σύζυγός της πηγαινοερχόταν στο Ντέρμπαν. Η ίδια πάντως αρνείται όλες αυτές τις φήμες, εκτός από το ότι «ο Νέλσον Μαντέλα φλέρταρε πάντα με πολλές γυναίκες». Πολλοί άνθρωποι, όμως, από το περιβάλλον της αποκάλυψαν πως όταν ζούσε εξόριστη στη Ζάμπια, συχνά αναφερόταν περήφανα στον γιο που είχαν αποκτήσει. Η Ρου έκανε πολλές προσωπικές θυσίες για το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο. 

Ήταν μια από τις πρώτες γυναίκες που έλαβαν στρατιωτική εκπαίδευση για το ένοπλο τμήμα του κινήματος και βγήκε στην παρανομία μη μπορώντας να δει επί 8 χρόνια τους δυο γιους της, οι οποίοι πέθαναν με τραγικό τρόπο. Το 1997, όταν εκείνη ήταν πρέσβειρα της Νότιας Αφρικής στην Ελβετία, ο νεώτερος γιος της Τεμπόγκο πέθανε από όγκο στον εγκέφαλο, ενώ τέσσερις μήνες αργότερα ο μεγαλύτερος Μομπάτι Νίο Ματσοάνε πνίγηκε με τη γλώσσα του. Για τον θάνατο του Μομπάτι, ο οποίος έμοιαζε εντυπωσιακά με τον Μαντέλα, το Αφρικανικό Κογκρέσο έβγαλε ανακοίνωση - κάτι που δεν έκανε για τα αδέλφιά του. Αυτός πιστεύεται ότι ήταν ο γιος του Μαντέλα.

Οι φήμες: Η εμφάνιση των περήφανων ερωμένων

Και ενώ ο Μαντέλα βρίσκονταν φυλακή, διάφορα παιδιά ισχυρίζονταν πως είναι εξώγαμα δικά του τέκνα, ενώ λογιών γυναίκες περηφανεύονταν για σχέσεις μαζί του. Ανάμεσα τους, η Μαίρη Μαλόπο, μια όμορφη ακτιβίστρια που κάποτε σηκώθηκε σε μια συνεδρίαση της τοπικής επιτροπής του Κογκρέσου και είπε «ο πρόεδρος έχει έρθει στο σπίτι μου και έχει αφήσει εκεί το καπέλο του», θέλοντας να τονίσει πως πέρασε τη νύχτα σπίτι της, η Λίλιαν Νγκόγι, στέλεχος του κινήματος, η τραγουδίστρια Ντόλι Ράθεμπε, η Αμίνα Κατσάλια, από τις πιο παλιές του φίλες, είναι κάποιες από τις γυναίκες με τις οποίες πιστεύεται ότι είχε σχέση ο Νέλσον Μαντέλα. Ο ίδιος πάντως συνέχισε να μη δίνει απαντήσεις, τόσο στα πολλά χρόνια εντός, όσο και στα λίγα εκτός φυλακής. 

Ο δεύτερος γάμος: Γουίνι Μαντέλα 

Αγωνίστρια ή διεφθαρμένη και δολοφόνος; Η Γούινι Μαντέλα, όπως και αν κριθεί από την Ιστορία, σίγουρα θα 'χει ένα σπουδαίο κεφάλαιο αφιερωμένο σε εκείνη και την ύπαρξη της ελεύθερης Νότιας Αφρικής. Γεννήθηκε ως Νομζάμο Μαντικιζέλα στις 26 Σεπτεμβρίου του 1936 στο Ανατολικό Ακρωτήριο της Νοτίου Αφρικής, που τότε λεγόταν ακόμη Τρανσκέι. Ο πατέρας της ήταν καθηγητής της Ιστορίας και η ίδια ονειρευόταν να σπουδάσει κοινωνική λειτουργός. Το 1953 άφησε τη γη της φυλής των Ζόσα, για το Γιοχάνεσμπουργκ. Την εποχή των σπουδών της γνώρισε τον νεαρό και γεμάτο πάθος δικηγόρο Νέλσονα Μαντέλα, που μόλις έβγαινε από έναν αποτυχημένο γάμο. Μετά από δυο χρόνια σχέσης έγιναν ανδρόγυνο και συναγωνιστές. 

Οι δικηγόροι Μαντέλα και Τάμπο έκαναν ανένδοτο αγώνα κατά ενός νέου, ρατσιστικού νόμου του λευκού Εθνικού Κόμματος, που έγινε γνωστός σ' όλον τον κόσμο ως Απαρτχάιντ. Ο Νέλσον Μαντέλα, επηρεασμένος από την προσωπικότητα του Μαχάτμα Γκάντι, ήθελε να επιτύχει δικαιοσύνη και ελευθερία χωρίς βία. 

Η Νομζάμο, που τώρα πια είχε γίνει Γουίνι Μαντέλα, από την αρχή στάθηκε στο πλευρό του. Όταν παράλογα το Λευκό Καθεστώς τον φυλάκισε για τριάντα ολόκληρα χρόνια, από το 1964 ως το 1990, η Γουίνι έπρεπε να μάθει να ζει μόνη. 

Τα πρώτα χρόνια της φυλακής, σήμαιναν για εκείνη συναισθηματική βία, αποκλεισμό, προσβολές, παρακολούθηση. Με κάθε αφορμή η Γουίνι Μαντέλα, σέρνονταν σε κρατητήρια και ανακρίσεις, αλλά δεν αρνήθηκε ποτέ να τον εγκαταλείψει. Με τα χρόνια φαίνεται να συνήθισε μακριά από τον άνδρα, αλλά όχι και χωρίς τη σκιά του συμβόλου. Έτσι, η Γουίνι άρχισε να γίνεται όλο και πιο δραστήρια στο Αφρικάνικο Κογκρέσο, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να καταλαμβάνει όλο και πιο ηγετικό ρόλο. 

Μιλάει με όλους και τρέχει στο πλευρό φτωχών, αδικημένων, θυμάτων του καθεστώτος. Γίνεται η «Μάνα του Έθνους».

Το 1969 και για 17 μήνες, καταδικάζεται και εξορίζεται σε απομονωμένες, άγριες περιοχές της χώρας. Γίνεται διεθνές σύμβολο του γυναικείου αγώνα και της αποφασιστικής, ειρηνικής αντίστασης των μαύρων της Νοτίου Αφρικής. Το 1988, το σκάνδαλο ξεσπάει. Στοιχεία συνδέουν την Γουίνι Μαντέλα, με την απαγωγή και κακοποίηση τεσσάρων ανηλίκων, ένας εκ των οποίων, εκπαιδευμένος χαφιές μόλις στα 14 του χρόνια, δολοφονήθηκε από τον έμπιστό της, τον αρχηγό των σωματοφυλάκων της. Στη σωματοφυλακή αυτή ανήκαν νεαροί, με άσχημη παιδική ηλικία, που η ίδια είχε θελήσει να αναλάβει παιδιά. Συχνά τα παιδιά αυτά, έμπαιναν στο δυναμικό της ποδοσφαιρικής ομάδας «Μαντέλα Γιουνάιτεντ». Βρίσκονταν γύρω της για να την προστατεύουν και για να υπακούουν τις εντολές της, ταγμένοι στον αγώνα κατά του Απαρτχάιντ. Κάποιοι έγιναν «το οπλισμένο χέρι των αδυνάτων», ως εκτελεστές των λαϊκών δικαστηρίων. 

Οι προδότες του μαύρου κινήματος και συνεργάτες της ρατσιστικής κυβέρνησης Μπόθα καταδικάζονταν από λαϊκά δικαστήρια και εκτελούνταν, φορώντας ως «κολιέ» μια σαμπρέλα αυτοκινήτου, περιχυμένη βενζίνη και περασμένη με τέτοιο τρόπο στο στήθος, έτσι που να ακινητοποιεί τα χέρια τους και να μη μπορούν να απαλλαγούν από αυτήν, την ώρα που τους έκαιγαν ζωντανούς. Η Γουίνι Μαντέλα, δημόσια, επαίνεσε τη βάναυση μέθοδο τιμωρίας των προδοτών, ενώ όλοι οι αγωνιστές την αποδοκίμαζαν αφού τους εξίσωνε με τους λευκούς τυράννους. 

Με την απελευθέρωση του Νέλσον Μαντέλα, η Γουίνι στέκονταν στο πλευρό του αλλά με την πολυπόθητη κατάρρευση του Απαρτχάιντ, καταδικάστηκε στην καταβολή προστίμου για την υπόθεση της δολοφονίας, ενώ γιγαντώνονταν οι ψίθυροι πως η ίδια ήταν μπλεγμένη και σε άλλες υποθέσεις δολοφονίας μαύρων. 

Το 1992 οι Μαντέλα χωρίζουν ουσιαστικά αλλά πολύ αργότερα, το 1996 θα εκδοθεί και επίσημα, το διαζύγιό τους. Το 1993, η Γουίνι εκλέγεται στην προεδρία της Ένωσης Γυναικών του Κογκρέσου. Θα εκλεχθεί βουλευτής, αμέσως μετά και θα αναλάβει το υφυπουργείο Πολιτισμού, το 1994, στην πρώτη διαφυλετική κυβέρνηση της χώρας. Το 1995 ο σύζυγός της την απομάκρυνε από την κυβέρνηση, κάτω από το βάρος και την κοινωνική πίεση του σκανδάλου με τους νεαρούς «σωματοφύλακες». Το 1999 επανεξελέγη βουλευτής, για να παραιτηθεί το 2003, μετά την καταδίκη της για απάτη. Το δικαστήριο την καταδίκασε γιατί με δόλιους τρόπους είχε καταφέρει να αποσπάσει δάνεια από τράπεζες, τα οποία δεν επέστρεψε ποτέ και τα είχε διαθέσει σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Οι εχθροί της άλλαξαν το «Μάνα του Έθνους» σε «Μάσα του Έθνους». Έχοντας όμως βιαστεί να χαρούν, θα ζήσουν τον θρίαμβο της Γουίνι, έναν χρόνο αργότερα όταν μπόρεσε να αποδείξει πως δεν είχε κρατήσει δεκάρα για τον εαυτό της, αλλά όλα τα χρήματα είχαν πάει υπέρ του αγώνα και των φτωχών.

Αμφιλεγόμενη, ικανή να γεννά μεγάλα πάθη σε οπαδούς και εχθρούς, η Γουίνι θα συνοψίσει τη δική της αλήθεια: «Πρόκειται για μια πολυετή καμπάνια λάσπης εναντίον μου, η οποία κρατάει πάνω από 30 χρόνια».

Ο τρίτος γάμος: Γκράτσα Μασέλ

Αν η Γουίνι ήταν η «Εβίτα», η τρίτη σύζυγος του Νέλσον Μαντέλα, η Γκράτσα Μασέλ, αποκαλείται «Τζάκι Κένεντι της Αφρικής», καθώς είναι η μοναδική γυναίκα στον κόσμο που υπήρξε Πρώτη Κυρία σε δύο διαφορετικές χώρες και με δύο διαφορετικούς συζύγους.

Η Μασέλ, είναι 27 χρόνια νεότερη από τον Μαντέλα. Τη δεκαετία του 1980 υπήρξε η Πρώτη Κυρία της Μοζαμβίκης, παντρεμένη τότε με τον μαρξιστή επαναστάτη Σαμόρα Μασέλ, τον πρώτο εκλεγμένο πρόεδρο της χώρας, που σκοτώθηκε σε αεροπορικό, αμφισβητούμενο δυστύχημα.

Πένθησε τον άνδρα της για πέντε χρόνια και το 1991 η Μασέλ δημιούργησε ένα ίδρυμα με στόχο την καταπολέμηση της φτώχειας, κατόπιν παρότρυνσης του τότε 12χρονου γιου της. Για το έργο της στους καταυλισμούς προσφύγων και τα άπορα παιδιά κέρδισε το σημαντικό μετάλλιο Νάνσεν του ΟΗΕ. 

Το 1996 της πρότειναν να βάλει υποψηφιότητα για τη Γενική Γραμματεία του ΟΗΕ, ως αντίπαλο δέος στον Κόφι Ανάν, όμως εκείνη αρνήθηκε λέγοντας ότι «δεν υπάρχει πολιτική βούληση» από πλευράς Οργανισμού. Είχε όμως ήδη, μπει στη ζωή της ο άνδρας σύμβολο του μαύρου αγώνα της Αφρικής. 

Συναντήθηκαν η Γκράτσα και ο Μαντέλα, για πρώτη φορά μετά την απελευθέρωσή του το 1990. Κοινά τους; Οι αγώνες για την ελευθερία και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, το αντάρτικο, οι διωγμοί. 

Με το διαζύγιο των Μαντέλα, το ζευγάρι άρχισε εμφανίζεται και δημόσια μαζί, ενώ το προεδρικό γραφείο ανακοίνωσε πως επρόκειτο για την «επίσημη σύντροφο» του προέδρου. Η Μασέλ δεν ήθελε να ξαναπαντρευτεί και μάλιστα εξακολούθησε να ζει στη Μοζαμβίκη, λέγοντας ότι οφείλει ακόμα, να προσφέρει στην πατρίδα της.

Ο αιδεσιμότατος Ντέσμοντ Τούτου, επίσης μορφή του αντιρατσιστικού και απελευθερωτικού αγώνα, θέλοντας να γίνει γάμος μεταξύ του Μαντέλα και της Μασέλ, κατάφερε να κάνει έξαλλες τις γυναίκες ανά τον πλανήτη όταν δήλωσε πως «ο πρόεδρος χρειάζεται κάποιον να του φέρνει τις παντόφλες του». Τελικά η Μασέλ Γκράτσα στα 80ά γενέθλια του Μαντέλα δέχτηκε να τον παντρευτεί και να γίνει και πάλι Πρώτη Κυρία, αυτήν τη φορά στη Νότιο Αφρική. 

Δυναμική και αγωνίστρια, η Γκράτσα, με τον Σαμόρα Μασέλ, τον πρώτο της σύζυγο, δεν έζησε μόνο έναν παθιασμένο ερώτα αλλά και εργάστηκε στο πλευρό του ως υπουργός Πολιτισμού και Παιδείας, σημειώνοντας εντυπωσιακά αποτελέσματα στην καταπολέμηση του αναλφαβητισμού. Η χώρα βυθίστηκε στη δίνη του εμφυλίου και μόλις είχε αρχίσει να συνέρχεται, ο πρόεδρος Μασέλ σκοτώθηκε το 1986 σε αεροπορικό δυστύχημα, τα αίτια του οποίου παραμένουν αδιευκρίνιστα. Υπήρξαν καταγγελίες ότι πίσω από το δυστύχημα υπήρξε δάκτυλος του Απαρτχάιντ και οι υπόνοιες ότι επρόκειτο για πολιτική δολοφονία παραμένουν. Η Γκράτσα είχε παραδώσει τότε μαθήματα κουράγιου, αξιοπρέπειας και σιωπηλής οδύνης. Ο Μαντέλα, από τη φυλακή, της είχε στείλει συλλυπητήριο μήνυμα, στο οποίο η νεαρή χήρα είχε απαντήσει με εμφανή συγκίνηση: «Μέσα από την απύθμενη φυλακή σου έφερες μια ακτίνα φωτός την ώρα που βρίσκομαι στο σκοτάδι».