Αλεξάνδρα Τσόλκα

Ένα ίνδαλμα φτιαγμένο από στόφα λαϊκή, σε καταγωγή και εικόνα που θα του διναν υλικό να γίνει εκφραστής καταπιεσμένων και όχι καψουρεμένων, όπως επέλεξε.

Η αυθεντικότητα του σε μια Αυλίδα – πίστα, έδωσε λαιμό στο σφαγείο της μαύρης σαν στόμα ανοιχτό, έτοιμο να καταπιεί, πίστας, με τα υπερμηχανήματα, τις κυλιόμενες σκηνές, τις εκκωφαντικές μικροφωνικές, λογιών σταρ να ίπτανται με λαμπιόνια κρεμασμένα επάνω τους, σα χριστουγεννιάτικες μπεκάτσες. 

 Η εποχή της ελαφρότητας, της επιδειξιομανίας, της χαώδους διασκέδασης σε κενά γεμισμένα με μπόμπα αλκοόλ, της λαγνείας που χόρευε με μίνι πάνω στο τραπέζι, μισό - αποπροσανατολισμένη Βεδουίνα και μισό - αμερικανοποιημένη με σπουδές σε ιδιωτικό κολέγιο κι αγαπημένη πόλη την Νέα Υόρκη, του λαδέμπορου με τις εισπράξεις απ τη σοδειά στην τσέπη στο πρώτο τραπέζι, του σωματέμπορου με το δειγματισμό από νεαρή σάρκα, είναι πίσω.

Τα τύπου μπουζούκια, πρώην σουπερ μάρκετ που έγιναν κλαμπ, με τα ηχεία να πολλαπλασιάζουν τη φωνή της άμουσης ντίβας – γυμνάστριας και του παρολίγον λαϊκού νεόπλουτου σταρ.

Ο Αντώνης Ρεμος, έχει δείξει πως προτίμησε να τραγουδήσει για αυτά τα μαγαζιά και το συγκεκριμένο κοινό. Και ενώ η εποχή διώχνει ακόμα και τη θύμηση αυτών των εποχών από κενό, τίποτα, ανουσιότητα, με αποστροφή, έρχεται η καημένη η Μύκονος και μια συναυλία του λαϊκού –κάποτε- τραγουδιστή της καψούρας, να θυμίσει γιατί εκείνος δε θα γίνει ποτέ, φυσικά, Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Διονυσίου, Αγγελόπουλος, Μενιδιάτης, ή Τερζής –δε θα μπορούσε κιόλας! Εκείνοι τραγούδησαν ακόμα και αν τους το φέρνε η ζωή σε οριτζιναλ πανηγύρι και όχι σε θλιβερό απομεινάρι μιας λησμονημένης κατάντιας.
 
Τα καφάσια οι μπύρες έγιναν καφάσια με πανάκριβες γαλλικές σαμπάνιες. Μαζευτήκαν δε σωρό για να δείξουν πόσο ο διασκεδαστής κατάφερε να μερακλώσει τους θαμώνες του. Το ψητό από το σπάνιο, στη διατροφή του χωριού, κρέας στη λαδόκολλα έχει μενού - είσοδος με 180 ευρώ (πόσο είναι ο μισθός ενός καθηγητή, λαϊκέ μου ερμηνευτή, είπαμε;). Το πανηγύρι δεν είχε αφορμή έναν πολιούχο άγιο, αλλά τον καθιερωμένο εορτασμό των ακόμα ζωντανών, ελάχιστων νεόπλουτων του παρελθόντος μας.

Το κοινό δεν γνωρίζονταν, όπως στα πανηγύρια, δεν ήταν ένα χωριό 1500 ατόμων που κοινά διασκέδασαν μέχρι το πρωί, αλλά επιδείκνυε το πλούτο του, με σωρούς από μπουκάλια σαμπάνιας. Ο πιο πλούσιος λέει παρήγγειλε μια που κόστιζε 25.000 ευρώ (καλόπιοτη ο άνθρωπος, σάμπως από μας την στέρησε;). Στου θαμώνες, όχι ο παπάς και ο δάσκαλος του χωριού και οι νέοι και οι νέες τη παντρειάς, αλλά κυρίες πολιτικοί, που βγάζουν και κάτι κορώνες για τον «καημένο το λαό και τι περνάει!», δημοσιογράφοι υποθέτω που δεν πλήρωσαν, νεαρές άεργες μελόνυφες, γυμνασμένοι αγαπητικοί και φυσικά πλούσιοι.
 
Ο καλλιτέχνης είναι αντιμνημονιακός. Συμπονάει. Συμπάσχει! Τι στο καλό; Παιδί του λαού ήταν και αυτός (και ουφ! Πρατρίχα γλίτωσε!).

«Αυτά θα δει ο Σόιμπλε και θα περπατήσει ο άνθρωπος. Θαύμα παιδιά! Σηκώθηκε ο Σόιμπλε και περπάτησε ο που@@ης ! Έλα πάμε»,  και «έκρυψα το πρόσωπό μου» (σ.σ: πράγματι! Έτσι θα έπρεπε να κάνω!). Όσο για την καγκελάριο της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ η προσφώνηση ήταν, πλειστάκις, «κουφάλα». Η καλλιτεχνική ευαισθησία θα κάνει πλάκα με τον ανάπηρο και οι πλούσιοι θαμώνες με τις γαλλικές σαμπάνιες θα χειροκροτήσουν, εκτιμώντας το χιούμορ για τον «κουτσό» και την «κουφάλα», τοσο καταδεκτικοί και αυτοί με τον «κοσμάκη».
 
Μια ξένη σταρ, χαζεύει το κουλέρ λοκάλ. Φωτογραφίζεται με φόντο τους ιθαγενείς να μεθάνε αλά γαλλικά. Μπορεί και στα πάρτι στα εμιράτα που την καλούν, με αδρά αμοιβή, να χει δει και χοντρές χορεύτριες της κοιλιάς, μα τούτο είναι τόσο εντυπωσιακό! Η Ελλάδα τη χρεοκοπίας τα σπάει στα πανηγύρια με γαλλικές σαμπάνιες. Σα Ρώμη, που ο Αττίλας εισβάλλει, ήδη, μέσα της, αλλά εκείνη είναι απασχολημένη με όργια, έκφυλους αγαπητικούς και αιμομιξίες.
 
Οι άνθρωποι χαλάνε τα λεφτά τους αφού τα χουν, όπου και όπως θέλουν. Οι καλλιτέχνες κάνουν τις επιλογή τους, που δεν αφορούν μόνο στο ρεπερτόριο η στα σινιέ ρούχα που θα φορέσουν, αλλά στην στάση τους απέναντι στο κοινό που θέλουν. Και εμείς μπορούμε να απορούμε για το ποιοι διασκεδάζουν ακόμα έτσι; Τι ευχάριστη βρίσκουν; Σε τι πόλεις ζουν, σε ποιους δρόμους οδηγούν, τι εικόνες βλέπουν γύρω τους;

Δεν βρίσκουμε προκλητική τη βραδιά –σκασιλάρα μας κιόλας!- ούτε απαιτούμε να ζήσουν όλοι στην μιζέρια, που απλώθηκε σαν έμπολα στη χώρα. Μόνο που να, αναλογιζόμαστε πως οι τόποι εύκολα στοιχειώνουν και πως το «ντεκαντάνς» ταιριάζει φούστα – μπλούζα με το dead can dance!