Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα
 
Μας γνώρισε την άγρια πλευρά του δρόμου, τις κακοφωτισμένες μαρκίζες σε παραπήγματα – αίθουσες διασκεδάσεως, τις βαριά βαμμένες σταρ του νυχτοκάματου, ιέρειες πόθου, σε κοινό σεκλετισμένο και πρόσκαιρα καψουρεμένο από το μίνι στο ύψος του βλέμματός του, πάνω σε μια πίστα κάθε άλλο από φώσφορο! Μας έκανε τηλεοπτική βόλτα στα γλυκά πρόσωπα του περιθωρίου, μέσα από το trash tv του, μια φορά και έναν καιρό! Έγραψε βιβλία. Μας προειδοποίησε πως: «αυτή η νύχτα μένει». Είναι στην παραμεθόριο και στο περιθώριο της σοβαροφάνειας και στην άκρη των τρυφερών χαμόγελών μας, ένας πρίγκιπας σε λυρική αρμονία κλαρίνου και κακού μπουζουκίου, την ώρα που ξημερώνει. Όχι πια! Όχι άλλο! Ζει σε κωμόπολη της Ευβοίας, με την οικογένειά του, τον αδελφό του και τα ανίψια του, τον κολλητό του στη Χαλκίδα, επίσης αναχωρητή και εξίσου λατρεμένο Δημήτρη Βενιζέλο. Παρόλα αυτά διατηρεί πάντα εκείνο το καυστικό βλέμμα του κομπέρ που κρίνει την παρακμή της όποιας Βαιμάρης. Λοιπόν… ντραμς αγωνίας και η εισαγωγή από το καμπαρέ σε νοερό σκυλάδικο στην άκρη των χιλιομέτρων των εθνικών οδών, να φωτίζεται πάντα από χρωματιστούς προβολείς… Κυρίες και κύριοι, ladies and gentlemen, madam and messier, υποδεχτείτε τον Θάνο Αλεξανδρή!
 
- Δεν ζεις πια στην Αθήνα, Θάνο;

«Ποιος θα το περίμενε! Εγώ που ήμουν φτιαγμένος να ζω μες στις κόρνες της Αθήνας, εδώ, δέκα μέτρα από τη θάλασσα να σου μιλώ καθισμένος στη βεράντα και να αγναντεύω τα κύματα! Ποιος; Εγώ! Που σιχαινόμουν και τα κύματα και τη θάλασσα και τα ψάρια! Μόλις παίχτηκε η ταινία «Αυτή η νύχτα μένει», ήθελα να κρατήσω αποστάσεις. Έτυχε στη ζωή μου το αλτσχάιμερ. Ένα συγκλονιστικό πράγμα, που αν δε το ζήσεις, δεν περιγράφεται. Όταν ήρθα για επίσκεψη στο χωριό μου εδώ στην Εύβοια και ο πατέρας μου είπε εμένα «μπαμπά τι κάνεις»; ένιωσα να πλησιάζω τον Θεό και στο λέω με συγκίνηση και ας ακουστώ μελό. Σαν να μην υπήρξε η Αθήνα, ποτέ, οι ταινίες, τα βιβλία, η δημοσιογραφία, η τηλεόραση. Έγιναν όλα υπέρτατη ανάγκη να τον φροντίσω σαν γιος. Και σαν πατέρας μαζί! Έφυγε τελικά! Τώρα πλέον κάθε βράδυ βάζω τη μάνα μου να κοιμηθεί ακούγοντας τραγούδια της Χαρούλας και εγώ ένα μέτρο δίπλα της σε ένα στρώμα σαν ήρωας του Ντοστογιέφσκι, την αφουγκράζομαι, μένοντας ξύπνιος. Αναπολώ κάθε νύχτα την ένδοξη κόλαση, που είχα τη τιμή να ζήσω στα μαγαζιά της επαρχίας. Είναι σαν ένας Θεός να διέταξε: «εσύ μάγκα, πέρασες πολύ ωραία στη ζωή σου, τώρα πέσε στα πατώματα να εξιλεωθείς». Κι όμως υπέροχα είναι στο χωριό μου! Φτιάχνω σουφλέ από σοκολάτα, γράφω πάντα στίχους και δεν αναπολώ καθόλου τη ζωή της Αθήνας, γιατί μάλλον δεν ήμουν φτιαγμένος για εκείνους που διαφαντεύονταν το δήθεν, είτε στη διανόηση, είτε στην ποπ τάχα κουλτούρα».
 
- Μέδουσα και Μαρίνος, θέατρο, σκυλάδικα σ' όλη την Ελλάδα και η απενοχοποίησή τους στο βιβλίο σου, «Αυτή η νύχτα μένει», εκδόσεις, κινηματογραφική μεταφορά, τηλεόραση και trash tv. Τι μένει τελικά, Θάνο;

«Η θητεία στον Μαρίνο ήταν μια εκπληκτική εμπειρία. Πιστεύω πως όποιος είδε τον Μαρίνο στην Μέδουσα, τότε, όπως εγώ, δε θα μπορούσε να δεχτεί άλλο σόου και άλλο θέαμα, πλέον. Ήμουν μέλος στο ΕΚΚΕ και αυστηρός αριστερός, φοιτητής της Νομικής και μόλις τον είδα στη Μέδουσα, είπα «αυτό είναι ότι πιο κοντινό στην ποίηση». Μετά σαν φοιτητής στου Κουν, πήγαινα κάθε βράδυ με χιόνια και βροχές, τον έβλεπα και ξανάφευγα με τα πόδια. Ήπια ένα μπουκάλι κονιάκ και αποφάσισα να του μιλήσω. Εκείνος με έβαλε να πω ένα τραγούδι. Μεγάλος Ερωτικός. Χατζιδάκις. Τέλειωσα! Και έμεινα μαζί του δυο χρόνια! Ήταν η μεγαλύτερη εμπειρία στη ζωή μου».
 
- Σου μένει ο Μαρίνος και η Μέδουσα πιο πολύ από το «Αυτή η νύχτα μένει», την ταινία, τα τραγούδια;…

«Μου μένει η διαδρομή ως το βιβλίο και την ταινία, ως ανεπανάληπτη. Η πορεία στα μπουζούκια. Οι νύχτες μου. Στα καμαρίνια, ανάμεσα στις εμφανίσεις, κρατούσα σημειώσεις και ήξερα πως κάποτε θα γίνουν βιβλίο αλλά και ταινία. Λοιπόν, είναι συγκλονιστική η μουσική της ταινίας, λατρεμένα τα τραγούδια, αλλά για μένα ήταν ήδη πίσω μου, όταν όλα έγιναν πραγματικότητα. Είχα γυρίσει πλάτη. Και ήξερα πως ο Κραουνάκης θα είναι αυτός που θα βάλει ποιότητα, τέχνη, στο σκυλάδικο. Πήρα το τηλέφωνο του από τη Μαλβίνα και το έδωσα στον Παναγιωτόπουλο που έφτιαχνε το βιβλίο μου ταινία. Ήμουν σίγουρος. Και είχα δίκιο… Αλλά ήδη σου είπα, από όλα αυτά έχω τραβηχτεί μακριά…».
 
- Είμαστε πολλοί εκείνοι που κομματιαζόμαστε ακούγοντας, το «Αυτή η νύχτα μένει». Εσύ; Τι νιώθεις;

«Κομματιάζομαι και εγώ. Ήμουν ο πρώτος που το άκουσα. Το άκουσα σε τρεις εκδοχές από Λένα Αλκαίου, Πέγκυ Ζήνα και Δημήτρα Παπίου. Ήταν λατρεμένο, με το πρώτο άκουσμα και από τις τρεις»!
 
- Νύχτα. Είναι ωραιότεροι οι άνθρωποι της, στα σκοτάδια;

«Με το αλκοόλ, με το σκοτάδι, τα ψεύτικα φώτα, ο ανθρωπος υπερβαίνει τον εαυτό του και τα παράξενα της μέρα φαντάζουν φυσιολογικά. Η χειρότερη γκόμενα δείχνει θεά. Η φωταγωγημένη ξεφτίλα, ξέρεις!».
 
- Μαλβίνα: την ξέχασαν λες; Αν ήταν εδώ σήμερα τι θα 'κανε;

«Δε θα δούλευε. Καθόλου».
 
- Γιατί;

«Γιατί! Ψαχνόμαστε για ιδέες πάντα. Υποτίθεται! Η κάθε φρέσκια ιδέα υπερβαίνει τον μέσο όρο του κάθε τεχνοκράτη συμβούλου που στα νιάτα του συγκλονιζόταν με τους Γουάμ ή το «Καμαρούλα μια σταλιά». Η φρέσκια ιδέα ακυρώνεται από μόνη της! Πιστεύεις αλήθεια, πως η Μαλβίνα, θα μπορούσε να υλοποιήσει τα δικά της όνειρα; Ήταν αυτή που ήταν, η Μαλβίνα κι όμως έχω ζήσει από κοντά σε κάθε έναρξη καινούργιου της κόνσεπτ, διευθυντές παραγωγής και διοικητικά στελέχη να κάνουν τον σταυρό τους και να αναθεματίζουν την τρελή, πίσω από την πλάτη της»!
 
- Ναι αλλά έγινε δεκτή και μετά μόδα η δική σου περιβόητη εκπομπή το Trash TV, τότε…

«Όταν εγώ με τον Θανάση τον Αναγνωστόπουλο κάναμε το TrashTV, αν η ίδια η Μαλβίνα δεν έπαιρνε τηλέφωνο τον Κουρή –που εδώ που τα λέμε εμπιστεύεται τους ανθρώπους του- και συγγνώμη για την αλαζονεία αλλά ήταν μια εκπομπή που τάραξε τα νερά, δεν θα την κάναμε ποτέ. Τα συνεργεία απειλούσαν με παραίτηση για να μη γίνει το γύρισμα και τα διοικητικά στελέχη κοκκίνιζαν από ντροπή. Αρχισυνταξία παραγωγή και όλα ήμασταν εμείς με φίλους και ξαδέλφια. Ούτε κασέτα δε μας έδιναν για γύρισμα. Κρατούσα τσίλιες και έκλεβε ο Θανάσης τις κασέτες. Και μια μέρα -να με συχωρέσει ο Θεός- σβήσαμε την κηδεία του Τρίτση, για να γράψουμε τα καλλιστεία με υποψήφιες την Σνάιτερ, την Βασιλάκη και την Καλή Φέρρη. Στην ίδια κασέτα γράψαμε και τον «Ματωμένο γάμο» του Λόρκα, με πρωταγωνίστριες τις ίδιες κυρίες, που μάλωναν ποια θα 'ναι η νύφη και ποια η μάνα – πεθερά. Καμία δεν ήθελε φυσικά να είναι η μάνα και ΄θελαν και οι τρεις να είναι η νύφη. Έτσι αναγκάστηκα να βάλω το χέρι μου και να προσαρμόσω τον Λόρκα χωρίς πεθερά – ξανά Θεέ μου σχώρα με! Αυτά συνέβαιναν λοιπόν, ώσπου απ' αυτήν την εκπομπούλα πολιτογραφήθηκε το τρας στο λεξιλόγιο».
 
- Τελικά, Θάνο, τι είναι τρας;

«Το να παίρνεις παρατημένα υλικά, φτηνά, και αν σου βγει, στην πορεία να φτιάχνεις ποίηση. Αυτό είναι το τρας. Στη πορεία, αυτό υιοθετήθηκε, έγινε μόδα, ευτελίστηκε και δεν είχε νόημα να υπάρχει. Τα λαιφ στάιλ στις τηλεοράσεις, οι Πετρούλες και άλλες σαν αυτήν, έκαναν όλη την τηλεόραση τρας.Έγιναν πρωταγωνιστές αυτοί που υπογράμμιζαν τη φτήνια και την αυθεντικότητα. Το υιοθέτησαν και έγιναν πρωταγωνιστές. Τότε στην ουσία υπήρξε χυδαιότητα εκεί που υπήρχε ποίηση».
 
- Ξανά θα σε ρωτήσω για την Μαλβίνα. Υπάρχει μέρα που δε θα τη θυμηθείς;

«Όχι. Και λέω, να 'τανε κάπου, να την έπαιρνα ένα τηλέφωνο! Να μιλήσουμε λιγάκι! Την αναπολώ όχι στα χρόνια της μεγάλης δόξας του Μέγκα. Την αναπολώ, όταν ήταν η δική μου, η ιδιωτική μου, η προσωπική μου Μαλβίνα. Μιλάνε γι' αυτή άνθρωποι που δεν την ήξεραν και που δεν τους μίλαγε, δεν τους υπολόγιζε. Μιλάνε για τους ρόλους που υποδυόταν. Όταν άφηνε αυτούς τους ρόλους, ήταν η δική μου Μαλβίνα. Που μισούσε το καλοκαίρι, τη θάλασσα, τις διακοπές. Που περνούσαμε τον Αύγουστο, κλεισμένοι σε ένα σπίτι σα παράνομοι. Που λέγαμε κουλά, μιλάγαμε καλιαρντά και τρώγαμε μακαρόνια της πλάκας παραγγελία. Την αναπολώ στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ, όταν κάναμε το «Ντάλε – Ντάλε». Ήταν μια ένδοξη εποχή για τον ΣΚΑΪ, που ακόμα κι αν έβαζες Μαρινέλλα, θεωρούταν χαμηλό επίπεδο. Ένα άβατο της έντεχνης ελληνικής μουσικής, με Καγιαλόγλου, Βενετσάνου, Βασίλης Λέκκας, μόνο.Το πρώτο βράδυ με τη Μαλβίνα παίξαμε Μενιδιάτη, Καφάση, Περπινιάδη, Ξανθόπουλο και η υπεύθυνη της δισκοθήκης κόντεψε να πάθει ή μπορεί και να πάθε κανα ελαφρό εγκεφαλικό. Ο Αλαφούζος μέτρησε τον χαμό που έγινε - νταλίκες να κορνάρουν απ' έξω, κοτόπουλα, σουβλάκια, μπύρες κερασμένες, να σπάσει το τηλεφωνικό κέντρο με γραμμές απ' όλη την Ελλάδα και μας έκανε από πέντε μέρες εκπομπή την εβδομάδα σε επτά. Εξαντληθήκαμε! Ο Ηλίας Πετρόπουλος έπαιρνε για συγχαρητήρια από το Παρίσι. Χαμός…»…
 
- Πες μου ξανά –θυμάμαι αλλά μ' αρέσει όπως το λες- πως την γνώρισες στη Χαλκίδα…

«Μαθητής γυμνασίου και αυτή η σταρ της πόλης. Πραγματική σταρ. Πως ήταν η Ναθαναήλ στο «Εκείνο το καλοκαίρι»; Έτσι! Την πρωτόειδα με ένα σιελ καφτάνι, μια Θεά, στο βιβλιοπωλείο του Κάραλη, μέσα από τη βιτρίνα, να φιλιούνται συνέχεια και η πόλη απ' έξω να βλέπει. Μαθήτρια εκεί, πήγαινε έγκυος με την ποδιά, σχολείο! Για όλους μας ήταν το ίνδαλμά μας. Μια φορά τους είπε η καθηγήτρια να ζωγραφίσουν την Αγία Παρασκευή, πολιούχο της Χαλκίδας. Η Μαλβίνα τη ζωγράφισε γυμνή! Φυσικά έφαγε αποβολή. Κυκλοφορούσε με καυτό σορτς σε μια πόλη που σοκαριζόταν! Όποιος τολμούσε να την κοιτάξει φώναζε την αστυνομία! Την λάτρευα, φυσικά! Το μαγαζί μας ήταν απέναντι από το βιβλιοπωλείο του άντρα της. Ξεκίνησε μια μεγάλη φιλία. Για πάντα. Τι να θυμηθώ; Τη μέρα που μπήκε το τανκς στο Πολυτεχνείο ανέβηκε στην ταράτσα της πολυκατοικίας και ύψωσε μια μαύρη σημαία, ενώ ούρλιαζε μόνη της «Ψωμί - παιδεία – ελευθερία». Και την μάζεψαν στην ασφάλεια».

- Ποιοι ήταν οι άνθρωποι που γνώρισες και ήταν ταξίδι η επαφή μαζί τους;

«Ο δάσκαλος μου ο Κάρολος Κουν, ο ένθεος Γιώργος Μαρίνος, η Φλέρυ Νταντωνάκη, που δεν είχε που να μείνει και της είπα έλα να μείνουμε στη γκαρσονιέρα μου και ας έβγαζε όλα τα έπιπλα όπου κι αν έμενε στον δρόμο. Αυτή τραγουδούσε από πάνω και εγώ έκλαιγα από κάτω. Γνώρισα τη Λαμπέτη. Άλλη μεταφυσική αποκάλυψη. Έπαιζε Κοκτώ και από τότε αποφάσισα πως μετά απ' αυτό δεν μπορώ να δω θέατρο. Οι γυναίκες στα σκυλάδικα, ήταν ταξίδι, με τη σάρκα και το γκλίτερ τους. Οι πελάτες της νύχτας, πιο έντιμοι από προσωπικότητες και διανοουμένους της μέρας, ήταν ταξίδι. Η Παλόμα, για την αυθεντικότητα της. Άνθρωποι χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς μπαλετίστικες ποζισιόν. Η Καίτη Ντάλη, η αδικημένη λαϊκή τραγουδίστρια. Φυσικά η Μαλβίνα. Φυσικά ο αγαπημένος Σπύρος Στάβερης, ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης στη χώρα στο είδος του, που φωτογραφίζει λασπόνερα και τα κάνει σονέτα. Δε λέω για εσάς τους φίλους. Δεν θα μου το συχωρούσατε».
 
- Τηλεόραση έκανες πολύ, με τον δικό σου τρόπο. Προβοκατόρικα, αναρχικά, αυτονομιστικά. Τώρα τι βλέπεις;

«Μόνο τούρκικα σίριαλ».

- Χαρά θα πάρουν οι εθνικιστές αλλά και οι διανοούμενοι…

«Θα σου απαντήσω με τα λόγια ενός θεού του Μάνου Χατζιδάκι: «Δεν μ' αρέσει να παριστάνω τον πολύ Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός είναι η έννοια Έλληνας να δώσει τη θέση στην έννοια άνθρωπος. Και τότε πιστεύω πως θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά παράδοση που κατά σύμπτωση είναι κι αυτή γνησίως ελληνική».
 
- Μόνο τουρκικά σίριαλ βλέπεις και τίποτα άλλο;  

«Όχι. Βλέπω απαραιτήτως το κεντρικό δελτίο ειδήσεων με τον Άκη Παυλόπουλο και βασικό σχολιαστή τον κ. Αντώνη Μυλωνάκη, καινούργια περσόνα τηλεοπτική, λατρεμένη. Βλέπω τον ανυπέρβλητο Γιώργο Τράγκα που πολλά βράδια μοναχός μου τον χειροκροτώ κατενθουσιασμένος. Και να μη παραλείψω τη μεγάλη απώλεια -χωρίς καμία ειρωνεία το λέω- του Στέφανου Χίου. Σίγουρα δε χάνω ποτέ Βίκυ Μιχαλονάκου στην Πόλη των παραισθήσεων. Πεθαίνω… Και να ευχαριστήσω τον Άλφα για το «Λα Πατρόνα» και το «Αβενίντα Μπραζίλι». Εύγε! Αν με ρωτήσεις για το αν βλέπω ντοκιμαντέρ, σε προλαβαίνω και σου λέω πως δε με ενδιαφέρει, καθόλου, πως βρίσκει γκόμενα ο αλιγάτορας. Μη σώσει και βρει! Και επίσης μου λείπει η ΕΡΤ και δέχομαι να την πληρώνω μόνο για τις επαναλήψεις παλαιών εκπομπών του Ντίνου Χριστιανόπουλου».
 
- Τι είναι πολιτισμός για σένα; Ποιοί κάνανε πολιτισμό;

«Όλοι αυτοί που τον ευαγγελίζονται είναι δικτυωμένοι με το κύκλωμα και κάνουν συμβιβασμό και παίρνουν επιχορηγήσεις. Ο Χατζιδάκις δε ζει, ο Χριστιανόπουλος δε μιλεί. Με εκνευρίζει η μυθοποίηση της Δημουλά, που την έχουν θεοποιήσει. 10 Δημουλάδες δε κάνουν έναν Χριστιανόπουλο. Εσύ βλέπεις πολιτισμό χριστιανή μου; Που; Στους νεόκοπους συγγραφείς, τους βραβευμένους που συνωστίζονται στα κανάλια και γίνονται πολιτικοί και μέλη επίτροπων; Δε δέχομαι κανέναν. Οι σημαντικοί δεν μιλάνε. Πολιτισμό κάνουν, πια, οι σιωπηλοί».
 
- Γιατί δεν γράφεις άλλα βιβλία πια;

«Για το δεύτερο βιβλίο μου με τρέχανε στα δικαστήρια και ζητούσαν 200.000 ευρώ! Μπα! Άσε! Προτιμώ να μαγειρεύω…»…
 
- Και η δημοσιογραφία;

«Η τελευταία μου εξαιρετική συνεργασία ήταν με την Σταυρούλα Παναγιωτάκη. Δεν έχω λόγο, μετά απ' αυτήν για καμία έκπτωση… για τίποτα πιο κάτω…»…
 
- Αν έγραφε κάτι η ιστορία για σένα τι θα 'θελες να 'ναι αυτό;

«Θα 'ηθελα, αν σας ήταν εύκολο, παρακαλώ, η ιστορία να με κατέτασσε στη χορεία των ωραίων ανδρών που πέρασαν στην αιωνιότητα, με φράσεις παροιμιώδεις. «Η γη γυρίζει» είπε ο Γαλιλαίος όταν έγραψε η Ιστορία, «τα πάντα ρει» μνημόνευσε ο μακαρίτης Ηράκλειτος, ενώ ο Ελύτης γράφοντας το «Ένα το χελιδόνι» έκανε σουξέ και χόρτασε ποσοστά. Με το πέρασμα των αιώνων, θα μείνει στη ψυχή των Ελλήνων ο ποιητής της ρήσης «όταν είμαι στο βολάν με στενεύει το κολάν», αν και μου διαφεύγει τα όνομα του από συγκίνηση. Το 1993 έγραψα στην εφημερίδα Σταρ, αυτό που έμελε να γίνει εθνικός ύμνος: από φωνή μ@@@ι και μ@@@ι φωνάρα. Δεν μου αποδόθηκε η πατρότητα, δεν πήρα πνευματικά δικαιώματα, ούτε αξιώθηκα την τήβεννο που κι αυτή πρόλαβε να αρπάξει η Κική Δημουλά».
 
- Τελικά «αυτή νύχτα μένει» για να…

… «… για να ονειρευτούμε και να μοιραστούμε τα όνειρα που γέννησε μόνο μ' αυτούς που αγαπάμε ειλικρινά και μας αγαπάνε πίσω».