Η Πόλυ Πάνου μέσα από τα λόγια της...

Aπό τη Φανή Πλατσατούρα

Φωνή μπάσα, σπάνια, καθαρά λαϊκή. H Πόλυ Πάνου σε μια αναμέτρηση με τον καρκίνο: Εκείνος νίκησε, εκείνη έφυγε...

Μεσουράνησε στο ελληνικό τραγούδι τα χρόνια του ΄60, κάνοντας τους αναστεναγμούς τραγούδι. Δεν μιλούσε συχνά στους δημοσιογράφους. Τι να τα κάνεις άλλωστε τα πολλά τα λόγια όταν έχεις τραγούδια που ζεσταίνουν απευθείας καρδιές...
Η φωνή της σώπασε το πρωί της Παρασκευής μέσα σε ένα ιδιωτικό θεραπευτήριο, τα τραγούδια της έμειναν πίσω, πλούσια παρακαταθήκη σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει. Μαζί με κάποιες λίγες συνεντεύξεις της, από εκείνες τις μάγκικες και ουσιαστικές που φανερώνουν τον αληθινό άνθρωπο πίσω από τον μεγάλο μύθο. 

«Εγώ, πριν απ' όλα, για τον εαυτό μου τραγούδησα, τραγουδούσα, τραγουδάω. Σ' εμένα έδινα και δίνω πάντα λογαριασμό. Χωρίς τρακ, χωρίς τίποτα. Είχα, κι έχω πάντα, μεγάλο, πολύ μεγάλο πάθος. Το αγάπησα πολύ το λαϊκό τραγούδι. Και μπήκα μέσα κι έδωσα όλον μου τον εαυτό» θα παραδεχτεί σε μία από τις συνεντεύξεις της, δίχως να ξεχάσει να ευχαριστήσει από καρδιάς τον άνθρωπο που την ανακάλυψε μικρό κορίτσι στα στενά της Πάτρας, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Πίστευε στο ταλέντο η Πολυτίμη Κολιοπάνου, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, έδινε ευκαιρίες σε νέα παιδιά. Ήταν εκείνη που βοήθησε τον Νότη Σφακιανάκη στα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα. Πριν η υγεία της επιβαρυνθεί, το σπίτι που έμενε στον Διόνυσο γέμιζε καθημερινά από τις μελωδίες της ψυχής της. Και όπως όλοι οι σπουδαίοι, έτσι και εκείνη η πραγματικά μεγάλη τραγουδίστρια, διακατεχόταν από μία ταπεινότητα αξιοζήλευτη.

Το 1998 παραχωρεί μια συνέντευξη στον Σωτήρη Κακίση και το περιοδικό Symbol και ξετυλίγει όλο το νήμα της ζωής της. Το ελληνικό τραγούδι, τα πρώτα βήματα, οι καλλιτέχνες της τότε εποχής. «Ξεχνιούνται, πεθαίνουνε τα τραγούδια τις μέρες αυτές. Σαν νεράκι χάνονται, πάνε... Τα ζούσαμε εμείς τα τραγούδια μας. Τα τραγούδια ήσαν οι ζωές μας... Στα πάντα ψυχή δίναμε. Σήμερα τα πράγματα είναι στεγνά. Τυποποιημένα. Μιας χρήσης», θα παραδεχθεί μεταξύ άλλων λόγων καρδιάς η "αρχόντισσα του λαϊκού τραγουδιού". Έτσι την αποκαλούσε το σινάφι της.

Θυμάται εκείνη τη μέρα που το τηλέφωνό της χτύπησε και στην άλλη γραμμή άκουσε τον Μάνο Χατζιδάκι να της λέει με ενθουσιασμό «Πόλυ έχω ένα τραγούδι γραμμένο για 'σενα, ΓΙΑ ΣΕΝΑ». Ήταν "Τα παιδιά του Πειραιά" με την μόλις 20 ετών τότε Πόλυ να τραγουδά «Όσο κι αν ψάξω, δεν βρίσκω άλλο λιμάνι τρελή να με 'χει κάνει, όσο τον Πειραιά» και το χειροκρότημα να ξεπερνά αίθουσες και κόσμους.

Είχε ένα λαρύγγι χρυσό... Έτσι έλεγε με καμάρι ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης για εκείνη, ο δικός της «νονός» που σκαρφίστηκε το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Πόλυ Πάνου. Το 2011 θα δώσει ακόμη μία συνέντευξη από εκείνες τις σπάνιες στο περιοδικό Μετρονόμος και τον Θανάση Γιώγλου και θα μιλήσει για τις μεγάλες της επιτυχίες και πως αυτές ξεπουλήθηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες ποικίλης ύλης. «Σκέψου πως απ' όλα αυτά που πουλάνε σήμερα στα περίπτερα εμείς δεν παίρνουμε ούτε ποσοστά...» θα πει μ' ένα παράπονο καρφωμένο στα μάτια για το έργο ζωής που στοιβάχτηκε άτσαλα στα ράφια.

Θυμάται και άλλες στιγμές. Όταν ο Μπιθικώτσης την πήγε στην Columbia με τον Λαμπρόπουλο -ιδιοκτήτη της τότε κορυφαίας δισκογραφικής εταιρείας- να τον ευχαριστεί που του πήγε μία «Σοφία Βέμπο του λαϊκού τραγουδιού». Έτσι την αποκάλεσε και εκείνη χαμήλωσε τα μάτια...

Αυτά τα όλο λάμψη μαύρα μάτια σφαλίστηκαν πια και η Πόλυ Πάνου πήρε τον δρόμο προς την αιώνια ζωή. Καλό της ταξίδι...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο