Για την απόπειρα αυτοκτονίας που έκανε πριν από λίγο καιρό μίλησε σε συνέντευξη της σε γνωστό περιοδικό η Έφη Σαρρή.

"Αμέσως μετά τις εκλογές του 2007, τότε που ήμουν υποψήφια με το ΛΑ.Ο.Σ., άρχισα να αμφισβητώ τον αγώνα μου, τον κόπο μου, τον ίδιο μου τον εαυτό, όλα όσα είχα χτίσει μέχρι τότε στο λαϊκό τραγούδι. Η ψυχολογία μου άρχισε να πέφτει, αρχικά με συμπτώματα απλής μελαγχολίας. Ήταν εκείνη η περίοδος που είχε ξεκινήσει το υβρεολόγιο από τον κύριο Λαζόπουλο, μέσω της εκπομπής του, ο οποίος, ορμώμενος από τις εκλογές και από το προεκλογικό μου σποτάκι "Σταυρώστε με", με έβαλε στον τοίχο σαν να ήμουν σάκος του μποξ.

Ο εύκολος στόχος, ο άνθρωπος που μπορούσε να λοιδορήσει χωρίς καμία συνέπεια και να κάνει νούμερα τηλεθέασης στην εκπομπή του. Αρχικά φοβήθηκα, κλείστηκα στον εαυτό μου. Δεν έβγαινα, δεν απαντούσα στα τηλέφωνα των φίλων μου, δεν υπήρχα για κανέναν. Ξάπλωνα με τις ώρες στο κρεβάτι μου, κοιτούσα το ταβάνι και συμπεριφερόμουν σαν να ήμουν άρρωστη, σαν να έπασχα από κάποια σπάνια ασθένεια- έτρεμα και μόνο στην ιδέα ότι ο κόσμος μπορεί να πίστευε όλα όσα εκείνος υπονοούσε για τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά μου".

Στην αρχή νόμιζε πως θα τα καταφέρει μόνη της, αλλά μετά χρειάστηκε να συμβουλευτεί ειδικό. Ένα περιστατικό όμως την οδήγησε στην απόπειρα αυτοκτονίας. "Βρισκόμουν στο σούπερ μάρκετ, κοιτούσα κάποιο ράφι και εντελώς ξαφνικά ήρθε μπροστά μου ένα παιδάκι 6-7 χρόνων, με κοίταξε καλά, γέλασε και φώναξε στη μητέρα του: "Μαμά, η κυρία που κοροϊδεύει ο Λαζόπουλος. Η Σαρρή. Τρέξε να την δεις". Ντράπηκα.

Όλοι μου οι εφιάλτες ζωντάνεψαν. Άφησα όσα πράγματα είχα πάρει μέσα στο καλάθι μου και βγήκα έξω τρέχοντας σαν να με κυνηγούσαν. Σταμάτησα ένα ταξί απ’ το δρόμο γιατί έτρεμαν τόσο πολύ τα χέρια μου που κατάλαβα ότι δεν θα μπορούσα να κρατήσω με ασφάλεια το τιμόνι του αυτοκινήτου μου και έφτασα στο σπίτι μου καταϊδρωμένη.

Η πρώτη μου κίνηση ήταν να πάρω το "αγαπημένο" μου χάπι – τον "καλύτερό" μου φίλο. Το επόμενο πρωί ξύπνησα με τρομερές ζαλάδες. Σε πρωινή εκπομπή έπαιζαν απόσπασμα από το Αλ Τσαντίρι. Πήγα στο δωμάτιό μου ξάπλωσα και άρχισα πάλι να κλαίω. Ένιωθα σαν να είμαι ένα μίασμα, μια τελευταία, το χειρότερο είδος ανθρώπου. Χωρίς δεύτερη σκέψη, άνοιξα το συρτάρι πήρα ένα μπουκαλάκι με χάπια διαφόρων ειδών. Έπινα νερό και έπαιρνα χάπια. Δεν ήθελα άλλο να ζω. Θεωρούσα ότι για να με κοροϊδεύει τόσος κόσμος εμένα δεν μου άξιζε η ζωή. Ήμουν ένα τίποτα."

Για καλή της τύχη, όμως, λιποθύμησε και την βρήκε η οικιακή βοηθός, η οποία κάλεσε βοήθεια και την οδήγησαν εσπευσμένα στο νοσοκομείο, όπου της έκαναν πλύση στομάχου και συνήλθε."