Νίκος Βέρτης: «Ερχόμασταν στην Ελλάδα, μετανάστες εμείς και θαυμάζαμε τι πλούσιοι είναι όλοι εδώ»!

Νίκος Βέρτης: «Ερχόμασταν στην Ελλάδα, μετανάστες εμείς και θαυμάζαμε τι πλούσιοι είναι όλοι εδώ»!

Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα

«Πριν φύγουμε μετανάστες στο Βέλγιο, τα λίγα μου πρώτα χρόνια, εδώ, θυμάμαι τον πατέρα μου, παραμονές Χριστούγεννα, να μας αγοράζει όλων το Πρωτοχρονιάτικο λαχείο. Έγραφε τ' όνομά μας από πίσω στον κάθε λαχνό, μη και μπερδευτούμε στα κέρδη και αδικηθεί κανένας μας. Τα βράδια ονειρευόμασταν με τον αδελφό μου, τι θα κάνουμε με τα πολλά λεφτά του λαχείου. Θα παίρναμε από ένα άλογο. Εκείνος θα 'χε ένα μαύρο και εγώ ένα λευκό»… 

Ο Νίκος Βέρτης, περιγράφει την εικόνα αυτή από τα παιδικά του χρόνια και ξαφνικά όλο γίνεται τόπος γύρω. Σαν να μεταφέρομαι στον χωροχρόνο και αυτός να μην είναι το κεφάτο ίνδαλμα των νέων αλλά ένα μικρό αγόρι 7 χρόνων που σε λίγο θα βρεθεί στην ξενιτιά, μαζί με τους γονείς του για να γυρέψει παρόν και μέλλον πιο χρωματιστό. Ρωτάω στα χρόνια που θα έρθουν, τι εικόνα έχει για την ευτυχία. «Αν πεις τα όνειρά σου, το τι συστατικά παλεύεις να ανακατέψεις για την ευτυχία σου, είναι σαν να τα πουλάς, σαν να τα βρωμίζεις… πάντως, εκείνο το λευκό άλογο των παιδικών μου χρόνων, θα 'θελα κάπου να βρίσκεται, σε κάποια γωνία της εικόνας»…    

Σε λίγο θα 'ναι στην πίστα των μεταλλαγμένων πλέον μπουζουκιών της χώρας, που κάποτε ξενυχτούσε και άχνιζε σε τσιφτετέλια μεθυσμένους νταλκάδες, κάθε βράδυ. Τώρα Παρασκευή και Σάββατο, αναπαράγει ντεκαντάνς συνήθειες, ή εξελίσσεται κολυμπώντας στα νερά του Βέρτη, για παράδειγμα. Είναι για άλλη μια φορά στο Fantasia, στην Γλυφάδα, πιστός σε μια συνεργασία που ο επαγγελματισμός της τον εκφράζει. «Μοιάζει εδώ με πολυεθνική εταιρεία. Όλοι ξέρουν τη δουλειά τους, είναι τυπικοί και ουσιαστικοί και δεν έχει από τα ελαττώματα, τις δυσκολίες που συμβαίνουν, όπως ακούγεται, τη νύχτα». Η αίθουσα είναι κατάμεστη από νέους, με μέσο όρο ηλικίας τα 23 χρόνια και πολύ λέω. Μια γενιά πιο μετρημένη, χωρίς εξαλλοσύνες στο ντύσιμο και ακριβά της φιγούρας ρούχα. Χορεύουν, ξέρουν όλα τα τραγούδια του, τον έχουνε φίλο, δικό τους άνθρωπο. 

Μαθαίνω πως ο ίδιος έχει φροντίσει να υπάρχουν προσιτές τιμές και προσφορές για νεαρές ηλικίες. Είναι και ο ίδιος όμως, πολύ νεαρός, παρατηρώ. «Μη το λες!» χαμογελάσει και μου αποκαλύπτει την ηλικία του (σ.σ: πράγματι είναι πολύ νεαρός, επιμένω). Μου λέει πως δεν πίνει, δεν καπνίζει και μάλιστα είναι φανατικά αντικαπνιστής, ενώ είναι θιασώτης του υγιεινού τρόπου ζωής και της άθλησης. Δεν τα λέει δήθεν αυτά, όπως συνηθίζουν πολλοί διακεκριμένοι του χώρου. Έχει μια καθαρότητα στο βλέμμα, αλλά και στον τρόπο που εκφράζεται, που σε πείθει, πως εδώ έχεις να κάνεις με ένα πραγματικά καλό παιδί, με διαυγή χαρακτήρα. Μου κάνει εντύπωση και η αδεξιοσύνη του καμαρινιού του. Δεν υπάρχουν οι κουστωδίες και οι αυλές και οι παρατρεχάμενοι, σαν παράσιτα πάνω σε θαλάσσιο κήτος, όπως αυτοί που προσκολλούνται στους διάσημους του τραγουδιού στα μεγάλα σχήματα, στις ντίβες. Είναι μαζί του ο αδελφός του μόνο και ένας μουσικός του για το ζέσταμα του σε λίγο. Τι είναι λοιπόν, αυτό που τον κράτησε προσγειωμένο; Τα χρόνια της μετανάστευσης στο Βέλγιο και η μετρημένη ζωή εκεί; Η οικογένειά του;

«Όλα» λέει, «η οικογένεια μου είναι αυτοί που συζητάω τα προσωπικά μου. Ο αδελφός μου και οι συνεργάτες μου είναι αυτοί που συζητάω τα επαγγελματικά. Ακούω. Προσέχω. Το σκέφτομαι αρκετά. Τόσο που φαίνεται να αδρανώ επιφανειακά, αλλά μέσα μου τα δουλεύω όλα. Τελικά, κάνω αυτό που θέλω. Όσο για το αν είμαι προσγειωμένος, θεωρώ πως ναι, αν και είναι εύκολο να ξεφύγεις και να μην το συναισθάνεσαι ο ίδιος. Νομίζω πως αυτό ακριβώς, το ότι επικοινωνώ, ότι υπολογίζω τη γνώμη των άλλων, μετράει. Και φυσικά και ο τρόπος που μεγάλωσα».

Ο Νίκος Βέρτης είχε γονείς εργάτες στο Βέλγιο, που δούλευαν διπλές τις βάρδιες. Ο ίδιος δούλευε και πήγαινε σχολειό και όλο αυτό το κουβαλάει απροσποίητα, στη φυσική του συστολή, χωρίς να το υπερτιμά αλλά ούτε και να το κρύβει. Το Βέλγιο το αγαπά; «Πως αλλιώς; Μας δέχτηκε, μας προσέφερε δουλειές και γράμματα. Έγινε η χώρα μας». Και η Ελλάδα; «Η Ελλάδα είναι άλλο. Είναι πατρίδα. Είναι και πόνος και πόθος και πάθος». Μη κοιτάζεις σήμερα τα μπουζούκια, αλλά πριν λίγο καιρό ήταν κι αυτά βυθισμένα σε μια υπερβολή, μια εξεζητημένη, παρακμιακή υπεραφθονία. Πώς του φαινόταν; «Ήταν όλη η χώρα σε όλες της τις πτυχές. Ερχόμασταν με τους γονείς μου, καλοκαίρια για λίγο καιρό και κομπλάραμε. Διακοπές, ρούχα, αυτοκίνητα, σπίτια! «Μα τι πλούσιοι είναι οι Έλληνες», θαυμάζαμε. Εμείς και όταν ήμασταν εδώ και στο Βέλγιο με τόση δουλειά και πάντα μετρημένα τα βγάζαμε πέρα».

Παραδέχεται μια μεγάλη, ουσιαστική για την ύπαρξη του πίστη στον Θεό. Δεν την αναλύει, δεν την διαφημίζει. Είναι όμως εκεί, ένα μ' αυτόν και δεν μπορεί χωρίς αυτήν. Και είναι αυτή η πίστη, η σωτηρία ή το καταφύγιό του σε κάθε πρόβλημα, απογοήτευση ή πλάνη. Τι κάνει, άραγε όταν δεν δουλεύει; «Ό, τι όλοι, νομίζω. Δε βγαίνω πολύ. Μ' αρέσει να διαβάζω, να συζητάω μετά το ότι διάβασα με φίλους. Να ακούω μουσική». Και τι μουσική; «Τζαζ πολύ. Και ραπ. Και ρέγκε». Ήταν αυτά που άκουγε με τους φίλους του στο Βέλγιο. Και στο σπίτι; Η εμβληματική φωνή του Καζαντζίδη, η βυζαντινή λιτότητα του Μπιθικώτση, η περίτεχνη ταξιδιάρα φωνή του Νταλάρα. «Όλες οι μουσικές, ήταν που άκουγα», καταλήγει. Στο τωρινό του πρόγραμμα στο Fantasia, έχει τα δικά του τραγούδια με ήχο από πολυμελή ορχήστρα του, πολλά βιολιά, κλασσικό κόντρα-μπάσο. Η συνάντηση άλλωστε των διαφορετικών μουσικών εκφράσεων, των δογματικά εντελώς ξεχωριστών είναι αυτή η μουσική προοπτική που, σε μεγάλα σύνολα κιόλας, τον σαγηνεύει. «Τα 'χει κάνει βέβαια ο μέγας Νταλάρας» παραδέχεται, αλλά έχει αρχίσει να μιλά για μουσική, για μελωδίες, για συνδυασμούς διαφορετικών μουσικών ήχων και έχει ήδη φύγει από την υπόλοιπη συζήτηση, ενθουσιασμένος με αυτό που πραγματικά τον ενδιαφέρει.   

Η συνάντησή μας έχει πραγματοποιηθεί λίγο μετά τις εμπρηστικές δηλώσεις του Νότη Σφακιανάκη για την πολιτική κατάσταση της χώρας και τα δικά του πιστεύω. «Μη μου ζητήσεις να σχολιάσω», μου λέει ευγενικά αλλά μην αφήνοντάς μου περιθώρια επιμονής. Θα έκανε για τα δικά του πιστεύω δηλώσεις, όμως, δημόσια; «Πιστεύω πως ο καλλιτέχνης –και ας ακούγεται βαρύς ο τίτλος αυτός- δείχνει με τη στάση ζωής τα πιστεύω του, την ιδεολογία και τις αρχές του και όχι με τις δηλώσεις».

Λίγα λεπτά μετά, ντυμένος υπέρκομψα για να τιμήσει το κοινό του, αλλά χωρίς εκκεντρικότητες, τραγουδάκι με τους θαυμαστές του να τον αποθεώνουν. Το χαίρεται. Το απολαμβάνει. Αλλά και πάλι έχει αυτό το μεγάλο χάρισμα! Να σε κάνεις να τον νιώθεις όχι θαμώνας αλλά ο κολλητός! Η νύχτα μόλις έχει πάρει φωτιά! Οι νέοι γύρω μου ξορκίζουν τη Δευτέρα που θα έρθει σκονισμένη από ελπίδα που έγινε στάχτη και γκρι από όνειρα μετρημένα σε παγκοσμιοποιημένους δείκτες δανεισμού. Γελάνε. Γλεντούν. Ερωτεύονται. Μεθούν. Χωρίζουν. Τσακώνονται. Μελαγχολούν. Αρκεί να το λέει με στίχους ο Βέρτης… ο δικός τους, ρε φίλε...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο