Star alert: Ο Διονύσης Σαββόπουλος δίνει ήχο στις ζωές μας και ρεύμα στις ψυχές μας!

Star alert: Ο Διονύσης Σαββόπουλος δίνει ήχο στις ζωές μας και ρεύμα στις ψυχές μας!

Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα

Πειραιώς, Παρασκευή βράδυ. Ένα τρακάρισμα, πιο πάνω, στην Ιερά Οδό και σταματημένα αυτοκίνητα με αποχρώσεις κόκκινου των φρένων στη νύχτα. Ομάδες παιδιών να περπατούν. Ακριβά αυτοκίνητα των μεσόκοπων στα πάρκινγκ. Άστεγοι να στρώνουν τα χαρτόκουτά τους, με ψηλοτάκουνα να χτυπούν ρυθμική βόλτα, δίπλα στον κωματώδη χωρίς όνειρα, ύπνο. Αθήνα, αστόλιστη, με ακόμη πιο θλιμμένη την πενιχρή λάμψη από τα φωτάκια όπου υπάρχει εμπορικό. Τα μεγάλα, φαραωνικά μαγαζιά με τα πρόσωπα των σταρ της πίστας. Φαγιούμ στις αφίσες. Νεκρικές επιτύμβιες στήλες εποχής. Αρυτίδωτα υπερμεγέθη πρόσωπα να εποπτεύουν τους περαστικούς και που πάνε. Η αίσθηση αυτή πως σε κοιτάνε, σε παρακολουθούνε με τα τεράστια, εξωγήινα μάτια τους, όπου κι αν τους κρυφτείς. Εκδικητικοί θεοί παμπάλαιας διαθήκης. «Όπου κοιτάζω, να κοιτάζει, όλη η Ελλάδα ατελείωτη παράγκα (γαμώ το μου!), παράγκα του χειμώνα…»…

Ακτή Πειραιώς. Έφηβική αιωνίως στην είσοδο, εκείνη η παρέα των Εξαρχείων, του ΑΝ, του Κύτταρου, του ροκ που βγάζει γλώσσα στη σοβαροφάνεια, είτε εμφανίζονται εκεί, είτε όχι. Πιστός εδώ, ο Γιάννης Ζουγανέλης, το φαινόμενο αυτό, ενός ανθρώπου που κάνει stand up comedy, παίζει στο θέατρο ως ηθοποιός και σαρώνει πάντα, φτιάχνει τραγούδια για άλλους όπως το «Φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα» ή την «Στέλλα» και δικά του, δημιουργεί συμφωνικά έργα, διδάσκει παιδιά με αναπηρίες, είναι ακτιβιστής στα δικαιώματα των κωφαλάλων, συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο και φυσικά τραγουδάει. Εδώ ξανά και ο Σάκης Μπουλάς, μαχόμενος σε πάλη σώμα με σώμα για τη ζωή και την ποιότητά της, κοροϊδεύοντας την ίδια την αρρώστια με αστεία και σαρκασμό. Και οι δυο τους, λένε ψέμα στον Διονύση Σαββόπουλο, τάχα πως ετοιμάζουν για το Μέγαρο ένα μουσικό θέαμα για τον Καβάφη και έτσι αυτός δέχεται. Μαζί και ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, για τον οποίο τόση σάτιρα έχουν κάνει στο παρελθόν και τώρα ντρέπονται (όχι και να σκάσουν αλλά λέμε!), να τον αντικρύσουν και ο οποίος τους ξέρει τι άνθρωποι είναι και δεν τους παίρνει στα σοβαρά. Αυτή είναι η αφορμή θεματικά για να συνταθούν οι τρεις, με τον «πατριάρχη» τον Διονύση Σαββόπουλο, στη σκηνή.

Μπλέκονται όλοι μαζί, λένε τα τραγούδια του, διαλέγει από τα δικά τους, κάνουν διάλογο με στίχους και μελωδίες. Είναι παρόντες στην αναδίπλωση μιας εποχής, που έκρυβε άσσο στο μανίκι της, την νέα πείνα και την καταδίκη. Σαν να μην άλλαξε, να μην γκρεμίστηκε, να μη δόθηκε αντιπαροχή, ποτέ της, εκείνη η «Παράγκα» και ο λαός πάντα στα πεζοδρόμια κουλούρια να αγοράζει και λαχεία και αιτήσεις να κάνει για τη Γερμανία και στα γήπεδα η Ελλάδα να αναστενάζει και η Ευανθούλα να κλαίει πριν να κοιμηθεί… Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις…

Ένα μικρό διάλειμμα στις δεκαετίες, κάτι σαν σουσούδισμα πως γίναμε βαριά Ευρωπαίοι και «χθες το βράδυ είδα έναν φίλο, σαν ξωτικό να τριγυρνά, πάνω στην μοτοσυκλέτα και πίσω τρέχανε σκυλιά» και πάλι από την αρχή, τα ίδια και ο σισύφιος αγώνας να κινήσεις βουνά και βράχια για την καθημερινή επιβίωση. Και οι δρόμοι, είναι ήδη, αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη και τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι και μοιάζουν ξανά, μανά, πράγματα του μύθου κι οι φίλοι μου και οι εχθροί, ανάμεσα σε μαρμαρωμένους ρήτορες και λωποδύτες, ζητιάνους, εταίρες και προφήτες.

Δεν είναι στη σκηνή ο Σαββόπουλος, ο έφηβος, αεικίνητος, παιχνιδιάρης, με την διάθεση της παιδικής ζαβολιάς να αλωνίζει και να χορεύει και να τραγουδάει και να απαντάει σε ερωτήματα μεγάλα με τραγούδια και να κοιτάζει –και έχει κάθε δικαίωμα- το κοινό στα μάτια. Είμαστε και όλοι εμείς, μαζί του, που χωρίς βουλή, χωρίς Θεό, σαν βασιλιάς σ’ αρχαίο δράμα, όλοι μα όλοι, στάζουμε τα τραγούδια του, ξέρουμε κάθε στίχο, δεν τον σκεφτόμαστε καν, εμείς, του '60 οι εκδρομείς, ακόμα και αν γεννηθήκαμε σ' άλλες δεκαετίες, άλλα πάντα νιώθουμε οι «απόμακροι εξ' αρχής, εκτός παραδομένου κόσμου εμείς, ανήλικοι διαρκώς, μα κι απ’ το καθεστώς αμόλυντοι ευτυχώς, εμείς… Εμείς οι εκκρεμείς, σε χρονιές, με αίμα και φωτιές και Χούντες κι Ιουλιανές και της μεταπολίτευσης φωνές αυτού του συρφετού, του δημοκρατικού του νέου εγωισμού, εμείς…  Ή μήπως είμαστε οι μόνιμοι επαρχιώτες στην Ομόνοια μες στο ψιλόβροχο αρχές του Μάη, απλά;…

Οι άλλοι τρεις, Μπουλάς, Μαχαιρίτσας και εκείνη η ψυχάρα ο Ζουγανέλης, είναι ένα βήμα πίσω του. Συστολικοί, σεβαστικοί, με διακριτή εκείνη τη χαμένη ντροπαλότητα του μαθητή σε τέχνη, στη δούλεψη μεγάλου μάστορα. Και ο Διονύσης Σαββόπουλος, με τα τραγούδια πιο επίκαιρα από ποτέ, να παίζει ντέφι, ταμπουρά, να αλλάζει ρούχα, πότε με φόρμα και για την επίσημη έναρξη με κοστούμι και κόκκινο μαντηλάκι στο σακάκι, να τιμά τους μουσικούς και τους εταίρους του καλλιτέχνες, ξεχωρίζοντας το αποκορύφωμα των δημιουργιών τους. Αεικίνητος, μοιάζει να το διασκεδάζει τόσο! Και ας έχει στο βάρος του αναλάβει άλλη μια φορά να μιλήσει εν ονόματι όλων μας…

Λέει για τις κυβερνήσεις μας, τη ζωή μας, το όποιο μέλλον. Λέει ένα αντίο ηλεκτρικά σχεδόν, φορτισμένο στον Παπάζογλου. Τον τραγουδά. Γέρνει κάνα δυο φορές να δει το πρόσωπό του, πίσω του, στη γιγαντοοθόνη, που τον προβάλλει, λες και είναι εκεί. Θυμάται πότε μπήκε στην ρωμαλεότητα των αγοριών το «γκα γκα» για να μεταλλαχτεί από περιπέτεια σε ήχο χαζομάρας και στην Λαίδη Γκα Γκα στις μέρες μας. Προβάλει τα υλικά που μας έφτιαξαν και τον έφτιαξαν. Εξεγέρσεις, χωροφύλακες, ξύλο, Λαμπράκης, Πέτρουλας, Μπίτλς, Ρολινγκ Στόουνς, ζευγάρια από σταρ, Αλίκη – νιάου, μόνη της, Μπριζίτ Μπαρντό, μόνη της, ερωτευμένη Τέιλορ με Μπάρτον, γυμνοί οι αγκαλιασμένοι Γιοκο Ονο και Τζον Λένον. Πανταχού παρών ο Μάνος Χατζιδάκις. Μας λέει ιστορίες του. Μας κάνει και εμάς την τιμή να είμαστε στην ίδια παρέα μαζί τους. Μας φωνάζει πως η λύση σ' όλο αυτό είναι τα βράδια μας, να 'χουμε ο ένας τον άλλον, να συναντιόμαστε…

Είναι πρεμιέρα, έχει κόσμο παντού, είναι γεμάτο το μαγαζί, σε δημόσια πρόσωπα, τη Μάρα Ζαχαρέα, την Ελένη Ράντου, την Δήμητρα Παππίου. Έχει δημοσιογράφους παντού. Έχει παιδιά από πενθήμερες στον εξώστη. Έχει κανάλια που ούτε τα προσέξαμε πως τραβούσαν πλάνα. Έχει τόσο κόσμο που τραγουδά, που κρέμεται από τα χείλη του, που απόστασε να περιμένει την παρηγοριά και τώρα θέλει να μεταλάβει την αλήθεια πως και οι άλλοι νιώθουν το ίδιο μ' αυτόν. Ιερέας, ψυχαναλυτής, αυτός που 'χει τον ήχο καλύτερα απ΄ τον καθένα για τον εσωτερικό μας διάλογο με εκείνο το δαιμόνιο που κοιμόταν μέσα μας, αφυπνιστής, σοφός σαν τους 7 αρχαίους, που μας χαϊδεύει με στίχους, πατρικά τα κεφαλάκια, ο μέγας Διονύσης Σαββόπουλος! Έχει αίτια να βγεις. Έχει λόγο να μοιραστείς. Έχει τελειώσει και πότε πήγε τόσο η ώρα…

… Σχολάνε έξω τα κέντρα τα μικρά, συνεχίζουν ανεμικά τα μπουζούκια για τη χαμένη τους τιμή, της φιάλης, εννοείται, με τα παρελκόμενα. Βρώμικα στα όρθια και τα τελευταία τσιγάρα. Ζαλισμένα γέλια και καληνύχτες. Παρκαδόροι να τρέχουν ουρλιάζοντας μάρκες. Πάλι δείχνει δόντια αυτός ο παγωμένος χειμώνας. Μια παρέα πίσω μου στο σκοτάδι, με περιγελά που ακούγοντας τα βήματά τους, τρέχω. Τους κοιτώ. Γελώ και εγώ με τον μεσόκοπο τρόμο μου… 16άρηδες… Τους ζηλεύω λίγο… Γιατί για μένα ισχύει το «τον χειμώνα ετούτο, άμα τον πηδήσαμε, γι’ άλλα δέκα χρόνια, άιντε, καθαρίσαμε» και γι' αυτούς ο επόμενος στίχος «είμαι δεκαεξάρης, σας γαμώ τα Λύκεια…»… Α! Ρε Σαββόπουλε ελέγχεις και τον συνειρμό μας, πια…

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο