Δημήτρης Χορν: Το φως πάντα θα καίει...

Δημήτρης Χορν: Το φως πάντα θα καίει...

Από τη Φανή Πλατσατούρα 

Σεμνός, αριστοκρατικός, αισθαντικός. Σαν σήμερα, στις 16 Ιανουαρίου του 1998, αφήνει την τελευταία του πνοή. Ο Δημήτρης Χορν είναι αδιαμφισβήτητα ο εθνικός μας πρωταγωνιστής. Και σήμερα λείπει περισσότερο από κάθε άλλη φορά...

«Ηθοποιός σημαίνει φως»...
 
... τραγουδούσε ο αξεπέραστος καλλιτέχνης στην «Οδό Ονείρων» σε μουσική και στίχους του Μάνου Χατζιδάκι. Η καθημερινότητά του ήταν πλημμυρισμένη από φώτα, ο ίδιος όμως φρόντιζε να κρατήσει άσβεστο το εσωτερικό του φως, αυτό που τον έθρεφε μια ζωή, του χάριζε στιγμές ονείρου. Κρατούσε την προσωπική του ζωή μακριά από τα φλας. Όσο εκείνος τα απωθούσε, τόσα αυτά εισέβαλαν στα προσωπικά του. Υπήρξε κορυφαίος ηθοποιός, παρότι συνήθιζε να λέει πως «Ποτέ δεν έπαψα να πιστεύω ότι ήταν λάθος μου να γίνω ηθοποιός». Μάλιστα, κάποια στιγμή και ενώ βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του, δεν δίστασε να ζητήσει δημόσια συγγνώμη για την «άθλια ερμηνεία» του, όπως ο ίδιος την χαρακτήρισε.

Ο πατέρας του υπήρξε μεγάλος θεατρικός συγγραφέας, καλός φίλος της Κυβέλη και της Κοτοπούλη. Του πέρασε το μικρόβιο της ηθοποιίας, όσο και αν εκείνος ήθελε να ακουλουθήσει έναν άλλον επαγγελματικό δρόμο. Έζησε την πείνα από την παιδική του ηλικία, αγάπησε τους ανθρώπους, οραματίστηκε ένα καλύτερο αύριο. «Θυμάμαι ότι υπήρχε μια εποχή που τρυπούσαν τα παπούτσια μου και έβαζα χαρτόνια από τσιγάρα για να τα κλείσω. Πιστέψτε με, δε με έβλαψε σε τίποτα αυτό» είχε εξομολογηθεί σε παλαιότερη συνέντευξή του ερωτώμενος για τα φτωχικά του χρόνια.

Έκανε το ντεμπούτο του το 1940 στην οπερέτα του Στράους «Η Νυχτερίδα». Αμέσως μετά εμφανίστηκε στο «Θέατρο Ρεξ» της Μαρίκας Κοτοπούλη σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ανάμεσα σ΄ αυτά η «Δωδεκάτη νύκτα», ο «Ριχάρδος Β'», ο «Ριχάρδος Γ'», ο «Άμλετ», ο «Τίμων ο Αθηναίος» (Σαίξπηρ), το «Ημερολόγιο ενός τρελού» (Γκόγκολ), ο «Ιβάνωφ» (Τσέχωφ), ο «Ερρίκος Δ'» (Πιραντέλο). Συνεργάστηκε με όλους τους μεγάλους της εποχής του. Μελίνα Μερκούρη, Έλλη Λαμπέτη, Κατίνα Παξινού, Δημήτρης Ροντήρης, Βάσω Μανωλίδου, Μαίρη Αρώνη.
 
Φοβόταν τη δημόσια έκθεση, δεν τον ένοιαζε η επιτυχία, τον μαγνήτιζαν οι δύσκολοι ρόλοι, τους οποίους φώτιζε με το υποκριτικό του ταλέντο. Και όμως, ο εθνικός μας ηθοποιός με την τόσο μεγάλη καριέρα δεν έπαιξε ποτέ τραγωδία (!) Ούτε τον κινηματογράφο αγαπούσε ο Χορν, αν και πρωταγωνίστησε σε δέκα συνολικά ταινίες. Μετά τον θάνατό του, καθιερώθηκε στη μνήμη του το Βραβείο Χορν, το οποίο απονέμεται σε νέους ηθοποιούς του θεάτρου. Οι διακρίσεις δεν σταμάτησαν ποτέ για τον ηθοποιό. Τιμήθηκε επίσης από την ελληνική πολιτεία με τον Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α'.
 
Η Νόνικα Γαληνέα θα πει για τον Δημήτρη Χορν: «Μια μέρα πήγα και του είπα, σε παρακαλώ, Τάκη, μήπως μπορείς να μιλήσεις στον Μακρίδη -επειδή ήμουνα στο ξεκίνημα της δουλειάς μου- γιατί μαθαίνω ότι θα ανέβει μια παράσταση στο Μετροπόλιταν. Μου λέει όχι. Του λέω, τι όχι, δεν μπορείς να του τηλεφωνήσεις; Μου λέει όχι. Γιατί; Γιατί είσαι ψώνιο, μου ανταπαντά. Με αγάπη μου το ‘πε. Του λέω δεν είμαι ψώνιο. Μου λέει είσαι, γιατί τώρα καλοκαιριάτικα θέλεις να πας να δουλέψεις. Γιατί δεν πας μια βόλτα με το κότερο της μαμάς σου;» Έτσι ήταν ο Δημήτρης Χορν. Απρόβλεπτος, σαρκαστικός, εριστικός ορισμένες φορές, ένα μικρό, πεισματάρικο παιδί που διέθετε μεγάλη καρδιά.

Το φλογερό ειδύλλιο με την Έλλη Λαμπέτη
 
Ο έρωτας είχε πάντα πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή του. Από το κρεβάτι του πέρασαν πολλές γυναίκες, λίγες όμως άφησαν το δικό τους στίγμα στην καρδιά του. Με την Έλλη Λαμπέτη, τον πιο γνωστό του έρωτα που απασχόλησε όσο λίγοι τα περιοδικά εκείνης της εποχής, γνωρίστηκαν στη δραματική σχολή της Μαρίκας Κοτοπούλη. Φιλιόντουσαν για τις ανάγκες του έργου «Κάλπικη λίρα» που συμπρωταγωνιστούσαν και κάπως έτσι γεννήθηκε μια φλογερή σχέση που κράτησε επτά ολόκληρα χρόνια. Ο ίδιος θα πει για την Έλλη Λαμπέτη, αρκετά χρόνια μετά: «Ήταν μια καλή ηθοποιός, ήταν χαρά να παίζεις μαζί της. Είχε την ικανότητα να κάνει τα ασήμαντα σημαντικά. Και αφόρητη ζηλιάρα. Δεν τολμούσα ούτε βλέμμα να ρίξω σε άλλη γυναίκα. Γινόταν χαλασμός. Ζήλευα κι εγώ ελεεινά. Ήμασταν μαζί επτά χρόνια. Όταν με άφησε, ήμουν ως ταύρος εν υαλοπωλείω. Πληγώθηκε ο εγωισμός μου. Δεν μπορώ να πω πως δεν την αγάπησα. Και τη θαύμαζα πολύ σαν ηθοποιό. Αλλά δεν ήταν η γυναίκα της ζωής μου».

Παντρεύτηκε δύο φορές. Την Ρίτα Φιλίππου και την Άννα Γουλανδρή (χήρα Παπάγου). «Aπό τα έξι χρόνια μου και μετά δεν μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου να μην είναι ερωτευμένος, δηλαδή συγκινημένος με κάποιο πρόσωπο. Θα 'λεγα πως ήμουν ερωτευμένος με τον έρωτα... Eνώ δηλαδή ήμουν ένα πολύ κεφάτο παιδί, ξαφνικά, μελαγχολούσα φοβερά κι έγραφα θλιμμένα ποιήματα. Mε μελαγχολούσαν αυτοί οι έρωτες... Ή η ζωή», είχε εξομολογηθεί σε συνέντευξή του, μιλώντας για τον έρωτα.

Υπήρξε στενότατος φίλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το 1980 ίδρυσαν μαζί με τη σύζυγό του, Άννα Γουλανδρή, το Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, σκοπός του οποίου είναι η μελέτη του ελληνικού πολιτισμού. Διετέλεσε μάλιστα και ο πρώτος πρόεδρος της ΕΡΤ αμέσως μετά την μεταπολίτευση.

Στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε στη Σεμίνα Διγενή, λίγο πριν ο θάνατος του «κλείσει» εφιαλτικά το μάτι, εκείνη τον ρωτά: «Eίμαστε πολιτισμένοι ως λαός»; «Όχι», της απαντά κοφτά. «Γιατί δεν είμαστε ελεύθεροι...»

Δεκαέξι χρόνια μετά τον θάνατό του και ακόμη μιλάμε με θαυμασμό για εκείνον τον σνομπ τύπο που έσπαγε πλάκα με τον εαυτό του, τους γύρω του, την ίδια τη ζωή...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο