Star Alert: Συναυλία 40 χρόνια Άννα Βίσση: Βαλεντίνο, Ψινάκης, Κωστόπουλος, Μαριλένα, Κοντσίτα και εμείς από άλλο έργο...

Star Alert: Συναυλία 40 χρόνια Άννα Βίσση: Βαλεντίνο, Ψινάκης, Κωστόπουλος, Μαριλένα, Κοντσίτα και εμείς από άλλο έργο...

της Αλεξάνδρας Τσόλκα 

Διαβάσαμε με προσήλωση την ανταπόκριση του Φρίξου Δρακοντίδη για το «Πρώτο Θέμα». Σα κουρασμένος ο μαύρο – συνάδελφος, σαν μπαϊλντισμένος, περιγράφει κάθε άλλο παρά πανηγυρικά, τη συναυλία μιας σπουδαίας ερμηνεύτριας με ασήμαντα τραγούδια, που γιόρτασε τα 40 χρόνια παρουσίας της στη μουσική. Πέρυσι τέτοια, περίπου εποχή, ο Αντώνης Ρέμος, είχε κόσμο που άνοιγε 25.000 ευρώ το μπουκάλι τη σαμπάνια, ενώ ο ίδιος έκανε ατυχή αστειάκια για τον Σόιμπλε, την αναπηρία του και το ότι δεν θα καμάρωνε πως γλεντούν οι Έλληνες. Φυσικά οι Έλληνες, είναι κλεισμένοι στα διαμερίσματα τους και μετράμε κέρματα απ αυτά που τους άφησε η εφορία, ο φόρος ακίνητης περιουσίας ο έκτακτος ή χαράτσι και καμία όρεξη δεν αχούνε για γλέντια. Η Άννα Βίσση, προσεκτική πάντα, φούμαρα δεν είπε, απ ότι διαβάζουμε στο Πρώτο Θέμα, λοιπόν. Όμως... 

... Όμως η τιμή για τους ισχυρούς ή όσους επιμένουν να παρουσιάζονται ως τέτοιοι, ήταν στα 500 ευρώ το κεφάλι! Έξτρα μπόνους της συναυλίας ήταν η συμμετοχή της φετινής νικήτριας του διαγωνισμού της Eurovision, Κοντσίτα Βουρστ, που άντε να εξηγήσεις κιόλας στην Αυστριακή τι είναι όλο αυτό και πως, όχι, στην Ελλάδα δεν έχουμε εμίρηδες που επιδεικνύονται, αλλά κρίση και όλοι μαζί είμαστε κακομοίρηδες. Δεν είχε στους γκρεμούς για να φτάσει στο χώρο της συναυλίας κανένα μποτιλιάρισμα, όσοι πλήρωσαν από 250 έως 500 ευρώ το άτομο, πήγαιναν στο χώρο στάθμευσης, ενώ όσοι ήταν πτωχοί (λέμε τώρα), με 100 ευρώ το κεφάλι, έμπαιναν σε πουλμανάκια. Το φαν κλαμπ της σταρ απουσίαζε –ε, πώς να φτάσει η έφηβη θαυμάστρια στη Μύκονο και να δώσει και 100 ευρώ για να φωνάξει «Άννα ζούμε για να σ΄ ακούμε»;

Οι λατρείες των ειδώλων είναι χαρακτηριστικό των λαϊκών προαστίων και ο μαζικός τουρισμός δεν φτάνει Super Paradise. Διαβάζουμε δε, πως κατά την διάρκεια της βράδια το πτωχο εισιτήριο μειώθηκε απ τα 100 ευρώ στα 50, αλλά και το 50ευρω είναι μεγάλο πράγμα στις μέρες που ο βασικός είναι 480 και πάλι δεν έπιασε τόπο! Με χρωματιστά λαστιχένια βραχιολάκια ανάλογα το πόσο που έδωσες, επιτρέπονταν και η κίνηση στο  χώρο. Οι σερβιτόροι και η ασφάλεια, γραφεί ο Φρίξος Δρακοντίδης φαίνονταν περισσότεροι απ τους θαμώνες. Πλούσιους, επιχειρηματίες, εφοπλιστές, κανόναρχος και ευνοούμενες, λέει, δεν είχε! Εμ! «Δείτε με τον φυσώ τον παρά», ενώ μπορεί να έχω και απλήρωτους τους εργαζόμενους, δε παίζει πια! Προσέχουν για να αχούνε... σε οφ σορ!

Στα μπροστινά τραπέζια όπως οι αναμενόμενοι, όπως οι Γιώργος Ντάβλας, Μαριλένα Παναγιωτοπούλου, Χάρης Σιανίδη,  Σπύρος Ρέβης με πολλά ωραία κορίτσια. Πιο πίσω, στα τραπέζια των 350 ευρώ το κεφάλι βρίσκονταν η Καλομοίρα και ο σύζυγος της. Η Άννα Βίσση, λέει, της έδωσε το μικρόφωνο να τραγουδήσει αλλά η Καλόμοιρα μπέρδεψε τους στίχους... Η Καλόμοιρα, εδώ που τα λέμε, ξέχνα τους στίχους του Εθνικού Ύμνου, το «Μεθυσμένη πολιτεία, μια κορνίζα αδειανή, μια λατέρνα είν' η ζωή μου με ξεκούρδιστη φωνή», για παράδειγμα, θα ΄χε εύκαιρο; Καταρχήν θα χε άγνωστες λέξεις όπως «λατέρνα», «κορνίζα», «είν'»... 

Ο Φρίξος Δρακοντίδης βρίσκει πως η συναυλία δεν είχε ρυθμό, «με εξαίρεση δυο, τρεις στιγμές όπου η Άννα Βίσση τραγουδά κάποιες από της εποχής Καρβέλα επιτυχίες της». Και ενώ η Κοντσίτα παρακολουθούσε από ψηλά, τρεις ολόκληρες ώρες μετά την εμφάνιση της Άννας Βίσση, θα περάσει εξαιρετικά σύντομα απ τη σκηνή, θα πει πέντε τραγούδια, θα κάνει και ένα ντουέτο με τη Βίσση, θα ευχαριστήσει το κοινό και θα αποχωρήσει με προορισμό το ξενοδοχείο της. Μη χαλάσει και το δέρμα με τόσο ξενύχτι... 

«Η Άννα Βίσση προς τιμήν της θα συνεχίσει να τραγουδά παρά και το γεγονός ότι μετά την αποχώρηση της Κοντσίτα αρκετοί ήταν αυτοί που έφυγαν. Η συναυλία θα ολοκληρωθεί τελικά στις 4.30 τα ξημερώματα και αφού η τραγουδίστρια θα ευχαριστήσει από το μικρόφωνο όλους τους συνεργάτες της, ένα προς έναν» γραφεί λοιπόν, ο δημοσιογράφος. Θα σταθεί ακόμα στο φιλί στο στόμα που έδωσε η Άννα Βίσση με τον μέγα μόδιστρο Βαλεντίνο, που ήρθε με τον δήμαρχο Μαραθώνα Ηλία Ψινάκη, αργά αλλά - η για αυτο ακριβώς - κανοντας αίσθηση. Θα σταθεί και στην παρουσία του Πέτρου Κωστόπουλου, καλεσμένου της Σοφίας Καρβέλα και του συζύγου της Θανάση Πανουργιά. «Η Άννα Βίσση θα τον χαιρετήσει από το μικρόφωνο όμως μάλλον θα παρεξηγήσει την γυναικεία συντροφιά που τον ακολουθεί. Χωρίς πολύ σκέψη και μέσα στην έξαψη της βραδιάς του αφιερώνει την επιτυχία. 

«Ερωτευμενάκι» κάτι που προκαλεί έκπληξη ακόμα και στον ίδιο. Ο αμήχανος Πέτρος Κωστόπουλος (σ.σ: προφανώς όχι ερωευμενάκι αλλά ζοχαδιασμενάκι), θα αποχωρήσει από το μαγαζί λίγη ώρα μετά»...

Και τέλειωσε η βραδιά. Κάποιοι καναν το καθήκον τους προς την σταρ της ανέμελης προηγούμενης ζωής, ή καναν το καθήκον απέναντι στο ίσκιο του παλιού τους εαυτού, η πάλι, καναν ξανά, αυτό που μόνο γνωρίζουν να κάνουν! Να περιφέρονται αναζητώντας την διασκέδαση της αυτοεπίδειξης, αισθανόμενοι μελή μιας ελίτ που κουράστηκε, μεταλλάχτηκε απ τα πολλά τραβήγματα στα χειρουργεία και μυρίζει φορμόλη η διατήρηση της.

Και διαβάζοντας όλα αυτά, κοιτώντας τις πόζες, ψάχνοντας για αυθορμητισμό, ειλικρίνεια, κάποια ίχνη κανονικότητας, συλλογίζεσαι την πραγματικότητα στη χωρά αυτή γύρω και θαρρείς πως όλοι αυτοί είναι γνωστοί σου από προηγούμενη ζωή. Πως κάποιο ντε ζα βου σε διαπέρασε ξανά. Πως κοιτάς παλιές κιτρινισμένες –ίσως και νοσταλγικές- φωτογραφίες, τότε που το «ερωτευμενακι» σε αφορούσε ίσως, όσο και η κατάληξη σε –ακι, γιατί ήσουν! Και καλά κάνει όποιος έχει λεφτά –καθαρά, δουλευμένα, δηλωμένα φυσικά και όχι κλεμμένα- να τα τρώει όπως γουστάρει και να μερακλώνει και να περιεργάζεται από κοντά πως είναι η Κοντσίτα και αν κρατιέται καλά η Βίσση.

Η οποία είναι μια καλλιτεχνάρα, που το κοινό της το τρυφερεύει και απ το ραδιόφωνο και τον βρίσκει τον δρόμο στις καρδιές. Απλά, να, όλο αυτό, το πλήθος, η ακρίβεια, τα σουσούμια του παρελθόντος, τα πούρα που ανάψανε, οι γυμνασμένοι και οι πλαστικοποιημένες που «δειγματιστήκανε» στους ενδιαφερόμενους, τα φαντάσματα του πεθαμένου μεγαλείου, σηκώνουν τόση θλίψη, σα να είδες, ξένος εσύ, από μακριά, την Πομπηία να θάβεται στις στάχτες της, χωρίς να σταματάει το όργιο να ξεφύγει απ τη λάβα, ή να κοιτάς τον Τιτανικό να βυθίζεται ενώ στην μεγάλη σάλα συνεχίζουν τον χορό, θεωρώντας εαυτούς άτρωτους και αιωνίους. Θλίψη, σας λέω...  

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο