Εις μνήμην Άλλεν Γκίνσμπεργκ γιατί το «Ουρλιαχτό» του συνεχίζει να γκρεμίζει τις νύχτες το κέντρο των πόλεων

Εις μνήμην Άλλεν Γκίνσμπεργκ γιατί το «Ουρλιαχτό» του συνεχίζει να γκρεμίζει τις νύχτες το κέντρο των πόλεων

Ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ γεννήθηκε στις 3 Ιουνίου του 1926 και πέθανε στις 5 Απριλίου του 1997. Ήταν ποιητής. Ήταν ένας από την τριάδα φιλίας ή την φιλία της λογοτεχνίας, που σφράγισε τη γένια του 50 και τις λέξεις για πάντα. Ανήκε στο λογοτεχνικό κίνημα των μπητ.

Ο πατέρας του ποιητή ήταν και εκείνος ποιητής και δάσκαλος. Η μάνα του όμως, ήταν εκείνος ο καταλύτης όχι μόνο για την ύπαρξη του αλλά για το μέλλον του και το τρόπο σκέψης όλων μας, μια μέρα. Και εκείνη δασκάλα, γίνεται μέλος του κομμουνιστικού κόμματος, σε μια Αμερική που οι «μπολσεβίκοι» είναι πιο τρομακτικοί από τον βιβλικό Λεβιάθαν. Τον μαθαίνει πολιτική σκέψης, κοινωνική ευαισθησία, πόνο στην αδικία που αφορά στους άλλους, την σημασία του να υποστηρίζεις ότι πιστεύεις, να γεύεσαι τη ζωή, να είσαι ο εαυτός σου, όσο κι αν ακούγεται κλισέ. Και οι δυο γονείς του θα τον μάθουν να λατρεύει τις λέξεις, γιατί αυτές είναι ιδέες και τους ποιητές. Η μανά του, νωρίς, διαφορετική κι εκείνη, θα πάθει νευρικό κλονισμό. Θα μπαινοβγαίνει στα ψυχιατρικά για πάντα. Θα εκδηλώνει παράνοια. Θα χαθεί σε κόσμους εσωτερικών ψίθυρων και μιας άλλης αληθείας... Μετά ο γιος θα γράψει το ποίημα – σπαραγμό για εκείνη «Καντίς για την Ναόμι Κίνγκσμπεργκ», όπου καντίς είναι η εβραϊκή προσευχή για τους νεκρούς. Όπως εκείνη θα πιστεύει για πάντα πως οι σκέψεις ενός ανθρώπου μπορεί να μην αλλάξουν τον κόσμο, αλλά σίγουρα θα τον ταρακουνήσουν. Και αυτό είναι η «γενιά των μπιτ».

Φοιτητής θα γνωρίσει εκείνους που θα αναδημιουργήσουν τους μπίτνικ. Πανεπιστήμιο Κολούμπια και είναι πια φίλοι με τον Τζακ Κέρουακ, που το «Στον δρόμο» θα είναι μανιφέστο και τον πολύπλοκο, πολυσέλιδο, με έκφραση σε χιλιάδες, δαιδαλώδη για μας τους υπόλοιπους πράγματα, Ουίλιαμ Μπάροουζ, του «Γυμνό Γεύμα» και «Πολιτείες της Κόκκινης Νύχτας». Κάπου εκεί γεννιέται η ηλεκτρική εκκένωση απ την ένωση τριών πνευμάτων διαφορετικό και ότι σήμερα μπορεί να εκφραστεί σχεδόν αυτονόητα. Αντικομφορμιστές,  που παραβιάζουν κάθε λογοτεχνικό κανόνα, αλλά εκφράζουν μια λάβα δημιουργίας χωρίς προσχήματα. Ζουν σα νομάδες, δοκιμάζουν, βλέπουν, αισθάνονται, δε τους νοιάζει η κοινωνική ένταξη και η συμμόρφωση σε κανόνες. Λατρεύουν τη τζαζ, κατανοούν και υιοθετούν τους μηχανισμούς και την ανυπακοή της παραβατικότητας, αρνείται τις συμβάσεις και η αυτή η άρνηση τους τους είναι κάτι φυσικό. Και η συντηρητική Αμερική δε ξέρει τι να τους κάνει.

Η υπόλοιπη θα τους ακολουθεί σχεδόν οπαδικά για πάντα...

Πρώτα θα απαγγέλει σε συγκεντρώσεις το «Ουρλιαχτό», την κραυγή της γενιάς του. Μετά θα εκδοθεί. Θα απαγορευτεί ως άσεμνο. Έχει ήδη περάσει λοιπόν στην Ιστορία της Λογοτεχνίας. Να κι ένα απόσπασμα του σε μετάφραση Γιάννη Λειβαδά:

 «... Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα από την τρέλα,
υστερικά γυμνά και λιμασμένα,
να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
μιαν αναγκαία δόση,
χίπστερς με αγγελικά κεφάλια να φλέγονται για την αρχαία ουράνια ένωση
με την άστρική γεννήτρια μέσα στη μηχανή της νύχτας,
που φτωχοί κουρελιασμένοι με βαθουλωμένα μάτια και φτιαγμένοι στάθηκαν καπνίζοντας
μέσα στο υπερφυσικό σκοτάδι τιποτένιων διαμερισμάτων αιωρούμενοι
πάνω από τις κορυφές των πόλεων βυθισμένοι στην τζαζ,
που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς στον ουρανό
κάτω απ' τον Εναέριο σιδηρόδρομο και είδαν
αγγέλους Μωαμεθανούς να τρεκλίζουν φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,
που πέρασαν απ' τα πανεπιστήμια με ήρεμα ακτινοβόλα μάτια με παραισθήσεις
του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του Μπλαίηκ ανάμεσα στους μελετητές
του πολέμου,
που διώχτηκαν απ' τις ακαδημίες λόγω τρέλας και έκδοσης
στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,
που διπλώθηκαν από τον φόβο ξεντυμένοι σε αξύριστα δωμάτια, καίγοντας
τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων και ακούγοντας τον Τρόμο
μέσ' απ' τον τοίχο...»...

Και αυτό οπτικοποιημένο:

 

Επηρεάζει μουσικούς, ζωγράφους, σκηνοθέτες, άλλους ποιητές. Και όπως οι άλλοι δυο φίλοι – σύντροφοι – συνοδοιπόροι του, ο Κέρουακ και ο Μπάροουζ ζουν τις ιδέες τους. Ενεργεί ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, αγωνίζεται για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, μαζί με τον για 30 χρόνια σύντροφο του, τον επίσης ποιητή και αξιοπρόσεκτο φαινόμενο της αμερικανικής ποίησης, Πίτερ Ορλόφσκι, αλλά και για την απελευθέρωση των ναρκωτικών. Οι απόψεις του και η ζωή του, προκάλεσαν αρκετές φορές την αντίδραση της πολιτικής ηγεσίας, εντός αλλά και εκτός των ΗΠΑ, ενώ το FBI διατηρούσε έναν ογκωδέστατο φάκελο για αυτόν. Ήταν υποκινητής, αλλά και εκφραστής του παγκόσμιου τεράστιου κινήματος των νέων της δεκαετία του '60.
 
Γιος Εβραίων αλλά άθεων, κάποτε θα δοκιμάσει να χορτάσει το πνεύμα στην Ινδία. Θα γίνει τελικά Βουδιστής. Θα ταξιδέψει παντού. Θα γίνει αποδεκτός απ τους ακαδημαϊκούς των αμερικανικών γραμμάτων. Δεν θα τον νοιάξει. Δε θα ησυχάσει ποτέ. Δε θα χωρέσει πουθενά. Θα ταξιδεύει μέχρι τέλους και θα χει παγκόσμια συνείδηση. Θα πεθάνει σα σήμερα, πρωί, νικημένος από καρκίνο στο πολύ κουρασμένο του ήπαρ. Η ζωή του, η γνωριμία του με τον Κερουάκ και τον Μπάρουζ, ένα ερωτικό έγκλημα στα φοιτητικά τους χρόνια έγινε και ταινία:

Οι λέξεις του μοιάζουν να ψιθυρίζονται, σαν λυγμός και άνεμος μαζί και ξαφνικό μανιασμένο ουρλιαχτό, νύχτες στο κέντρο των μεγαλουπόλεων. Τα ωραιότερα μυαλά και των επόμενων γενεών, των δικών μας, συνεχίζουν να διαλύονται σε πνιγμούς αλκοόλ, καταχρήσεων και εκουσίων εκρήξεων τους. Ο ίδιος υπάρχει σε κάθε ποτήρι που σηκώνεται σε πεφωτισμένα μπαρ, σε κάθε περιπλανώμενη ψυχή, στο χαμόγελο στην άκρη στο παγκάκι σκεπασμένο από κουβέρτα και εφημερίδες, στον κάθε φοιτητή που αγοράζει για πρώτη φορά βιβλίο δικό του, η του Κερουακ ή του Μπάρουζ. Και ευτυχώς που υπήρξαν και μέσα απ τη πρώτη, απλή φυλλομέτρησα των σελίδων τους υπάρχουν ακόμα...

Ο θλιμμένος μου εαυτός

Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα
αναβαίνω στην κορυφή του κτιρίου της Αρ Σι Έι
και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν -
τα κτίρια μου, τους δρόμους που έκανα τα κατορθώματά μου,
τις σοφίτες, τα κρεβάτια, τα φτηνιάρικα διαμερίσματα
- αποκάτω στην Πέμπτη λεωφόρο που κι αυτή την έχω στο μυαλό μου,
τα αυτοκίνητα της σαν μυρμήγκια, μικρά κίτρινα ταξί, άνθρωποι
που περπατούν στο μέγεθος μάλλινων ψηγμάτων -
Πανόραμα των γεφυρών, ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή του Μπρούκλυν,
ο ήλιος δύει στο Νιου Τζέρσεϊ που γεννήθηκα
και στο Πάτερσον που έπαιξα με τα μυρμήγκια -
οι κατοπινοί μου έρωτες στην 15η οδό,
οι πιο μεγάλοι μου έρωτες στο Λόουερ Ηστ Σάιντ,
τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου στο Μπρονξ
πέρα μακριά -
πορείες που διασταυρώνονται σ' ετούτους τους κρυμμένους δρόμους,
η ιστορία μου ολόκληρη, οι απουσίες και οι
εκστάσεις μου στο Χάρλεμ -
- ο ήλιος λάμπει πάνω από κάθε τι που εξουσιάζω
μ' ένα κλείσιμο του ματιού στον ορίζοντα
μέσα στην έσχατη μου αιωνιότητα -
το ζήτημα είναι άπιαστο.
 
Θλιμμένος,
παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω,
συλλογισμένος,
και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια σ' όλων των ανθρώπων
τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα,
κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιος νιώθει αγάπη,
και σταματώ, θολωμένος
μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων
και στέκομαι χαμένος μέσα σε χαλαρές σκέψεις,
με την κίνηση να πηγαίνει πάνω και κάτω στα τετράγωνα της 5ης λεωφόρου
πίσω μου
προσμένοντας για μια στιγμή όταν ...
Είναι ώρα να γυρίσω στο σπίτι και να φτιάξω βραδινό και να ακούσω
τα ρομαντικά νέα του πολέμου στο ραδιόφωνο
... κάθε κίνηση παύει
και περπατώ μέσα στην άχρονη θλίψη της ύπαρξης,
η τρυφερότητα ξεχύνεται μέσα από τα κτίρια,
τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν το πρόσωπο της πραγματικότητας,
το πρόσωπο το δικό μου το γραμμωμένο από δάκρυα στον καθρέφτη
κάποιου παραθύρου - το σούρουπο -
όταν δεν νιώθω καμιά επιθυμία -
για καραμέλες - ή να αποκτήσω φουστάνια ή Γιαπωνέζικα
αμπαζούρ της διανόησης -
Σαστισμένος με το θέαμα γύρω μου,
άντρες να αγκομαχούν στο δρόμο
με δέματα, εφημερίδες,
γραβάτες, όμορφα κοστούμια
σύμφωνα με το γούστο τους
άντρες, γυναίκες, που ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια
κόκκινα φώτα που ρυθμίζουν ρολόγια βιαστικά και
ελεγχόμενες κινήσεις -
Και όλοι ετούτοι οι δρόμοι να οδηγούν
τόσο διαγώνια, γεμάτοι κόρνες, εκτεταμένα,
μέσα από λεωφόρους
στοιχειωμένες από ψηλά κτίρια ή πηγμένες στη βρώμα
των φτωχικών συνοικιών
μέσα από τόση μπλοκαρισμένη κίνηση
αυτοκίνητα και μηχανές να ουρλιάζουν
με τόσο πόνο σ' αυτήν την
εξοχή, σ' αυτό το νεκροταφείο
στην γαλήνη
του νεκροκρέβατου ή του βουνού
που κάποτε αντίκρισα
ποτέ δεν ξαναβρήκα ή επιθύμησα
να έρθει στο μυαλό μου
όπου ολόκληρο το Μανχάτταν που είδα πρέπει να εξαφανιστεί.

 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο