Mémoire: Άκης Πάνου ή δεν θέλω τη συμπόνοια κανενός…

Mémoire: Άκης Πάνου ή δεν θέλω τη συμπόνοια κανενός…

Ο Άκης, δηλαδή, Αθανάσιος-Δημήτριος Πάνου, γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου του 1933 στου Χαροκόπουλου, στην Καλλιθέα. Έζησε, έφτιαξε τραγούδια, μιλαγε λίγο, σκέφτονταν πολύ, αγαπούσε τη σιωπή, τη μπέσα, το φιλότιμο, τη τιμή.

Τα τραγούδια του τα λέμε πάντα και ακουμπάνε σε βεβαιότητες και δεδομένα, σαν να στάλαξαν με το θηλασμό στην καρδιά μας. Τα τραγούδια του, ήταν για εκείνον ιστορίες, με αρχή, μέση και τέλος και δεν ήθελε να ακούγονται μισά. Σέβονταν τον Καζαντζίδη και κακό δεν έλεγε ποτέ για εκείνον. Και ο Καζαντζίδης τον σέβονταν. Αγάπησε δύο γυναίκες. Έκανε πέντε παιδιά. Ανάμεσα τους μια κόρη, η Ελευθερία, με το ίδιο βλέμμα του πατέρα της. Κάποτε σκοτώνει για λόγους τιμής. Φυλακή. Πεθαίνει από κουρασμένη καρδιά… 7 Απριλίου του 2000. Και εκείνη πόσο να αντέξει; Τον θυμόμαστε. Τον σεβόμαστε. Τον ακούμε…

Κάποτε έγραψε μονός του, σε μια παράγραφο σχεδόν τη ζωή του:

«Εγώ είμαι ρεμπέτης 100%. Εθελοντής ρεμπέτης. Όχι κληρωτός. Γιατί ο κληρωτός υπάρχει περίπτωση να απολυθεί. Ενώ εγώ θα μείνω για πάντα ρεμπέτης. Λένε πως τέλειωσε το ρεμπέτικο, πέθαναν οι ρεμπέτες. Μήπως εννοούν ρεμπέτη αυτόν που έπινε αργιλέ; Πρέπει να ξέρουν ότι αυτοί που λέγανε «πίνω αργιλέ», τότε που το λέγανε, το χασίσι είχε δέκα μέρες η οκά. Ενώ τώρα έχει φτάσει πέντε χρόνια το δράμι - και να ’ταν δράμι… Ας μην περιμένουν επομένως στους καιρούς μας τέτοιες εξομολογήσεις…

Γεννήθηκα στην Αθήνα, στου Χαροκόπου, το 1933. Γειτονιά με πολλούς πρόσφυγες, ιδίως Ποντίους. Από μικρό παιδί ζω μες στη μουσική. Μες στους κεμετζέδες και στα τραγούδια των Ποντίων, στην κλασική κιθάρα, που παίζει ο αδερφός της μάνας μου, Περικλής Σακελλαρίδης, στα ρεμπέτικα που είναι διάχυτα παντού στην περιοχή μας. Φαντάσου, δώδεκα χρονώ φεύγω από το σπίτι και πάω στις Τζιτζιφιές, απέναντι από το κέντρο του Καλαματιανού. Ξαπλώνω στην αμμουδιά και ακούω μπουζούκια ως τις τρεις το πρωί. Έχω τελείως ξεχαστεί! Κι όταν γυρίζω στους δικούς μου, με πιάνει ο πατέρας μου και με πάει στο τμήμα… Ο πατέρας μου… Ένα ανθρωπάκι κοντό, μια σταλιά, αλλά με μεγάλη δύναμη στον χαρακτήρα. Εκείνα τα χρόνια είναι διαχειριστής στη βασιλική φρουρά και θέλει να με δει νοικοκυρόπαιδο. Με στέλνει στους προσκόπους. Και στο κατηχητικό. Εγώ όμως έχω αλλού τον νου μου…

Ο μεγάλος μου αδερφός, ο Ευάγγελος, είναι ένας σπουδαίος σκαλιστής και παίζει και κιθάρα. Απ’ αυτόν μαθαίνω να πιάνω στο χέρι μου όργανο. Σκέψου, εννιά χρονώ παίζω μαντολίνο μαζί με κάτι παιδιά ακόμα, Ποντίους, στην Καλλιθέα, και παίζω επαγγελματικά: μας πληρώνουν με ένα πιάτο κεφτεδάκια δεν ξέρω από τι καμωμένα… Το 1948 ανεβαίνω ως ταλέντο στο Αλκαζάρ, στη Φρεγάδα του Λάσκου, και παίζω κιθάρα μαζί με τον αδερφό μου, ενώ η αδερφή μου τραγουδάει. Δεν μ’ αρέσει όμως να είμαι υπό. Θέλω να φύγω από την κηδεμονία του αδερφού μου. Γι’ αυτό και σμίγω με έναν συνομήλικό μου, Λευτέρη, που ’παιζε μπουζούκι, και τρέχουμε μαζί στα πάρτι και τους χορούς. Δυο χρόνια αργότερα σκοτώνεται ο αδερφός μου, 20 χρονώ παλικάρι. Είχε πάει να κάνει μια καντάδα, καβάλησε στο τραμ, πήδησε στη στροφή, για να κατεβεί, χτύπησε σε μια κολόνα και από ’κεί πετάχτηκε πάνω στις ράγες, κάτω από το τραμ… Κόπηκε η ζωή μου στα δυο… Δεν έχασα μόνο τον αδερφό μου… Ο Ευάγγελος ήταν και δάσκαλός μου, και πατέρας μου, και όλα μου.

Είμαι πια 15 χρονώ. Το σπίτι δεν με χωράει. Είμαι μόνος μου. Από τη μια το ζευγάρι, οι γονείς μου. Από την άλλη τα κορίτσια, οι αδερφές μου. Και στην άκρη εγώ, ολομόναχος. Ευτυχώς που υπάρχει μουσική. Και η σέγα. Την πιάνω στα χέρια μου και φτιάχνω αγγέλους με το κόντρα πλακέ. Εκείνα τα χρόνια ο Λαιμός έχει στην Καλλιθέα ένα θέατρο. Πηγαίνω και παίζω τα βράδια από τα παρασκήνια, μαζί με τον Λευτέρη. Είμαστε η ορχήστρα και πληρωνόμαστε. Ύστερα μπλέκω με τον Καρανικόλα, τον Σιμόπουλο, τον Ορφέα τον Κρεούζη, και τρέχω μαζί τους, όπου πάνε, τα σαββατοκύριακα για δουλειά.

Το 1950 γνωρίζω τον Λουκά τον Νταράλα, που είναι φαντάρος. Τη βρίσκω με τον Λουκά. Δεν πάμε για το μεροκάματο. Πάμε για να τη βρούμε εμείς. Δουλεύουμε δυο χρόνια στο Πηγαδάκι, ένα πρώην μπακάλικο στο Αιγάλεω. Κάποτε όμως τελειώνει κι αυτό και αρχίζει η περιπλάνησή μου με τα διάφορα συγκροτήματα, πότ’ εδώ και πότ’ εκεί. Ως το 1958. Που τα παρατάω. Για πάντα».

Τραγουδήσαμε από αυτόν, τον ίδιο του τον ευατό και κάναμε δικά μας, ανάμεσα σ αλλα τα: «Το παιδί μου απόψε πίνει», «Μια βραδιά καταραμένη», «Ξημέρωσε καλή μου» ,«Καρδιά μου μην παραπονιέσαι», «Θα κλείσω τα μάτια», «Η πιο μεγάλη ώρα», «Μοίρα μου γιατί μ’αφήνεις», «Ρολόι κομπολόι», «Είδα τα μάτια σου κλαμμένα», «Δεν θέλω την συμπόνια κανενός», «Όταν σημάνει η ώρα», «Γιατί καλέ γειτόνισσα», «Και τι δεν κάνω», «Πήρα απ’το χέρι σου νερό», «Του κόσμου το περίγελο», «Ούτε αχ δεν θα πω», «Δεν κλαίω για τώρα», «Δώσ’μου να πιώ», «Κοίτα με στα μάτια»…

… Και ακόμα, «Πυρετός», «Να είχα το κουράγιο»,  «Στο σταθμό του Μονάχου»,  «Το θολωμένο μου μυαλό», «Ο Τρελλός»… Κάποτε ο γιος με τα ονόματα του, ο ένας απ τους διδύμους, είπε στον υπέροχο Γιώργο Χρονά: «… Αν υπάρχει κάποιος που μπορεί να μιλήσει για τον πατέρα μας, και το δικαιούται, είναι η μητέρα μας. Τον έζησε τριάντα χρόνια από κοντά. Τον ξέρει με τις καλές του και τις κακές του. Ο πατέρας μου όταν θύμωνε τιμωρούσε πρώτα τον εαυτό του. Όχι εμάς. Σήμερα θα 'ταν 75 χρονών. Θα 'ταν το ίδιο αυστηρός. Θα μιλούσαμε στον πληθυντικό. Ισχνός. Ψηλός. Με σταθερές θέσεις. Σιωπή. Ο πατέρας μας ήταν αυστηρός όχι μόνο λόγω ονόματος αλλά και λόγω εποχής. Οποιοσδήποτε παλαιός είναι αυστηρός…»… Μάλλον… μάλλον…

 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο