Νέα από την Ελλάδα και τα δημοτικά της ραδιόφωνα δεν υπάρχουν, οπότε ας μεταφερθούμε καλύτερα στην Ουζουμπούρου, όπου κυριολεκτικά βράζει ο τόπος.
Εκεί λοιπόν, στο λεκανοπέδιο πρωτευούσης της λαϊκής δημοκρατίας, ένας ραδιοσταθμός με ιστορία ανακάλυψε μια εξαιρετικά πρωτότυπη μέθοδο για να αμείβει κάποιους από τους δημοσιογράφους του ξεπερνώντας τους σκοπέλους του μπάτζετ και της δεοντολογίας.

Πώς το κατάφερε; Τους είχε εντάξει στους «προμηθευτές», μαζί με διάφορες εταιρείες, επιχειρήσεις, διαφημιστικές και διαφημιζομένους και τους χαρτζιλίκωνε εξτρά άνευ προβλημάτων. Στη σχετική λίστα με τα «Υπόλοιπα Προμηθευτών» που κυκλοφορεί δεξιά-αριστερά (και δεν αμφιβάλλω ότι λίαν συντόμως θα βρει το δρόμο της προς τα blogs) περιλαμβάνεται μια σειρά από ενδιαφέροντα ονόματα, με τις «υποχρεώσεις» του ραδιοσταθμού απέναντί τους να κυμαίνονται από το κυματάκι του επιεικώς αστείου (π.χ. 1.845,26 ευρώ) έως το τσουνάμι του πολύ σοβαρού (π.χ. 55.240 ευρώ).

Επί τη ευκαιρία, μιας και μιλάω για την Ουζουμπούρου και τη ραδιοφωνία της, να σημειώσω ότι σε έναν άλλο, εξίσου ιστορικό σταθμό, είχε εφευρεθεί μια πρωτοποριακή μέθοδος για να χορηγούνται κάθε είδους εξτραδάκια. Οπως έχω γράψει και παλαιότερα, η μέθοδος αυτή είχε να κάνει με το θρυλικό «ντενεκεδάκι». Πράγμα το οποίον σε ορισμένους από τους ιεροκρυφίως αμειβόμενους προκαλούσε έναν σχετικό προβληματισμό (έως ανατριχίλα...), αλλά υπερίσχυε των αισθημάτων τους η αθάνατη ρήση του Βεσπασιανού: «Pecunia non olet»!