Ελεύθερος άνευ περιοριστικών όρων αφέθηκε ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος από τον αρμόδιο ανακριτή, στον οποίο αρνήθηκε να απολογηθεί, διαμαρτυρόμενος για την κατηγορία που του προσάπτεται σε βαθμό κακουργήματος και αφορά στη δημοσιοποίηση των συνομιλιών του Μιχάλη Χριστοφοράκου, πρωταγωνιστή στο σκάνδαλο Siemens.

«Αρνούμαι να απολογηθώ για νόμους τους οποίους συνέταξαν άτομα επικίνδυνα για την κοινωνία και την πατρίδα μου. Έπραξα το δημοσιογραφικό μου καθήκον για την αποκάλυψη πρωταγωνιστών στο σκάνδαλο Siemens». Αυτές ήταν οι μοναδικές λέξεις που απηύθυνε ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος στη δικαστική αρχή, αρνούμενος κάθε επιπλέον συμμετοχή σε αυτή τη διαδικασία.

Το γεγονός και μόνο ότι ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος αφέθηκε ελεύθερος χωρίς περιοριστικούς όρους καταδεικνύει απλώς το ανεφάρμοστο του νόμου, αλλά και το μέγεθος της υποκρισίας που αποπνέει το πνεύμα των διατάξεων, που δεν έχουν άλλο λόγο ύπαρξης, παρά μόνον την καταστολή της δημοσιογραφικής έρευνας και τη θωράκιση των ισχυρών της εξουσίας ως προς τη σχέση τους με το δημόσιο συμφέρον.

Οι μετεξελίξεις του νόμου Βενιζέλου με την απαγόρευση χρήσης ηλεκτρονικών μέσων για την πιστοποίηση παραβιάσεων του δημοσίου συμφέροντος, είτε σε βαθμό πλημμελήματος, που προέρχεται από το νόμο του Φίλιππου Πετσάλνικου το 2002, είτε από την ακόμη χειρότερη εκδοχή του νόμου του Σωτήρη Χατζηγάκη το 2008, ο οποίος και μετατρέπει το πλημμέλημα σε κακούργημα, με τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα, δεν αποτελούν παρά την πρόφαση ή το άλλοθι, με το οποίο οι ταγοί της εξουσίας φρόντισαν να θωρακίσουν την ασυλία τους, αλλά και να δέσουν τα χέρια της Δικαιοσύνης.

Πολλοί έμπειροι δικαστές, όλων των βαθμίδων, δίκασαν επανειλημμένως και κατέληξαν σε αποφάσεις που ανέτρεπαν τις πρόνοιες αυτών των νόμων. Υπήρξαν αποφάσεις και σε επίπεδο Αρείου Πάγου. Παράλληλα, υφίσταται συγκεκριμένη νομολογία, η οποία αποτελεί και δεδικασμένο ως προς αποφάσεις που έλαβε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επί συναφών θεμάτων. Παρ' όλα αυτά, οι απαράδεκτοι αυτοί νόμοι εξακολουθούν να υφίστανται και να αποτελούν το οπλοστάσιο κάθε τύπου εξουσίας.

Δεν ήταν διατεθειμένος ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος να συμμετέχει σε μία διαδικασία που καταδεικνύει το εύρος της υποκρισίας της ίδιας της Πολιτείας, η οποία κατοχυρώνει τη δυνατότητα προστασίας των ισχυρών και των πολιτικών, μέσω των τυποκτόνων διατάξεων του νόμου Βενιζέλου και των μετεξελίξεών του.

Κατηγορούμενος σε βαθμό κακουργήματος για τη δημοσιοποίηση των συνομιλιών του πρωταγωνιστή του μεγαλύτερου μεταπολεμικού σκανδάλου, αυτό της SIEMENS, από την εφημερίδα «VETO» και τη «zougla.gr», αρνήθηκε τη νομιμοποίηση, διά της απολογίας του, αυτού του δικαιικού συστήματος, το οποίο έχει στηθεί όχι για την προστασία του Δικαίου και του πολίτη, αλλά για τη θωράκιση των ανομημάτων της πάσης φύσεως εξουσίας.

Το περιεχόμενο των συνομιλιών του Mr. Siemens, Μιχάλη Χριστοφοράκου, με τους δικηγόρους του στο Μόναχο αποτέλεσε τμήμα του υλικού που συνέλεξε η Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής και άρα ελήφθη υπ' όψιν από το ελληνικό Κοινοβούλιο, ενέργεια η οποία καλύπτει νομικά, ηθικά και πολιτικά την πράξη δημοσιοποίησης πέρα από κάθε νομική διάταξη.

Επίσης, το περιεχόμενο αυτών των συνομιλιών χρησιμοποιήθηκε ως κορμός της προσφυγής που προετοίμασε και συνέταξε ο υπουργός Επικρατείας της σημερινής κυβέρνησης Χάρης Παμπούκης, διά της οποίας η Ελλάδα ζητεί αποζημιώσεις από τη SIEMENS.

Επιπροσθέτως, το περιεχόμενο αυτών των συνομιλιών, μετά τη δημοσιοποίησή του, αποτέλεσε το υλικό πάνω στο οποίο βασίστηκε η εισαγγελική αρχή, προκειμένου να ζητήσει δικαστική συνδρομή από τη Γερμανία επί του ζητήματος. Η δικαστική συνδρομή ζητήθηκε είκοσι ημέρες μετά τη δημοσιοποίηση του περιεχόμενου των συνομιλιών Χριστοφοράκου και η γερμανική Δικαιοσύνη ανταποκρίθηκε τάχιστα, αποστέλλοντας έναν ογκωδέστατο φάκελο με στοιχεία.