Όταν η συνέντευξη της Μάνιας Τεγοπούλου ανοίγει παλιές πληγές

Κάθε μέρα γράφω. Δουλειά μου είναι. Άλλες φορές τα βγάζω πέρα εύκολα κι άλλες φορές με πονάει πολύ. Ιδίως όταν έχει να κάνει με φαντάσματα και πληγές του παρελθόντος. Με την «Ελευθεροτυπία», ας πούμε, που έξι χρόνια μετά από το κλείσιμό της δεν μας αφήνει σε ησυχία. Όχι γιατί έκλεισε μέσα σε έναν ωκεανό σκανδάλων και σκατίλας, όπως άλλα εκδοτικά συγκροτήματα, αλλά γιατί την πήρε ο διάολος λόγω πρωτοφανούς μοιρολατρίας, ανευθυνότητας και σταρχιδισμού. Από πολλές πλευρές, όχι μόνο από μία…

Έχω ξαναγράψει αρκετές φορές ότι κλείσαμε πρώτον γιατί η Μάνια Τεγοπούλου δεν είχε την παραμικρή ιδέα από μπίζνες, δεύτερον γιατί έτσι γουστάρανε διάφορα εκδοτικά (καλημέρα κύριε Σταύρο!) και πολιτικά συμφέροντα και τρίτον επειδή κάποιοι καλοί συνάδελφοι θέλανε να βγάλουν δικό τους φύλλο. Αυτά και τελεία, εκεί ήμουνα κι εγώ και άλλοι και μην πάτε να μας βγάλετε ψεύτες ή αόμματους. Και ασταδγιάλα πια, μπήκε η ταφόπλακα, δεν χρειάζεται να βγείτε κι αποπάνω. Μας το κλείσατε το σπιτάκι, νυχτερίδες και αράχνες φωλιάζουν στη Μίνωος.

Οπότε προσπαθώ να ξεχάσω. Δεν μ’ αφήνουν όμως μερικές φωνές που πετάγονται σαν τις πορδούλες από καιρού εις καιρόν. Μία εξ αυτών και εκείνη της Μάνιας Τεγοπούλου που μίλησε στον Γιώργο Χρονά και η συνέντευξή της δημοσιεύθηκε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Οδός Πανός». Και ξεσήκωσε θύελλα σχολίων, να μην τα αναπαράγουμε τώρα εδώ δεν μας φτάνει ο χώρος. Ίντερνετ το λένε, άμα περάσεις τις πεντακόσιες λέξεις δεν ασχολείται κανείς.
Πάμε λοιπόν στο ψητό! Πρώτον διόλου δεν με ενόχλησε η γλώσσα της Τεγοπούλου στη συνέντευξη («μου έσπαγαν τα αρχίδια» κλπ.), διότι εκτιμώ τους ανθρώπους που δεν αλλάζουν γλώσσα από την προσωπική ζωή στην δημόσια έκφραση. Δεύτερον με ενόχλησε ιδιαιτέρως η αναφορά στον Φυντανίδη και στα μισθά του. Αρκετά πια με αυτό το στόρι, είναι στον τάφο ο άνθρωπος. Και στο κάτω κάτω της γραφής διευθυντής του φύλλου ήτανε και με ευθύνες τεράστιες και ρόλο πρωταγωνιστικό. Άλλωστε δεν ήταν ο μόνος που έβγαζε λεφτά από την «Ελευθεροτυπία».

Θυμάμαι πολύ καλά αρθρογράφους που γράφανε χίλιες λέξεις το μήνα να βγάζουν δεκαχίλιαρα, σκιτσογράφους να παίρνουν εικοσάρικα για πλάκα, και πλάσματα παρφέ να διαμαρτύρονται στους διαδρόμους γιατί με τρία χιλιάρικα το μήνα δεν τα βγάζανε πέρα. Δεν ήταν, φυσικά, η πλειοψηφία μέσα σε οκτακόσια πενήντα άτομα προσωπικό, αλλά δεν ήταν και λίγοι. Κάπως έτσι είχε φτάσει το μισθολόγιο της «Ελευθεροτυπίας» (μαζί με τα μπλοκάκια) στα 32 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο…

Και καταλήξαμε να χάνουμε 10 εκατομμύρια το 2009, δεκαπέντε εκατομμύρια το 2010 και είκοσι εκατομμύρια το 2011. Διότι όσο υπήρχε η διαφημιστική αγορά, τα κάλυπταν όλα τα έσοδα της «Κυριακάτικης». Όταν η παγκόσμια οικονομική κρίση (και τα Καστελόριζα…) τα στείλανε όλα στον Καιάδα, οι παχιές αγελάδες μετακόμισαν στο Ζάλογγο. Αυτό, ωστόσο, που απασχολούσε την Τεγοπούλου δεν ήταν να σώσει την εφημερίδα, ήταν να πάρει την εκδίκησή της από κάποια στελέχη που, ομολογουμένως, της είχαν φερθεί άσχημα. Εξ ου και οι καυχησιές της περί απολύσεων.

Τα απέλυσε όντως τα στελεχά που την εκνευρίζανε. Και τον θείο της τον Θανάση, επίσης. Αλλά για την υπόλοιπη «Ελευθεροτυπία» δεν είχε κανένα σχέδιο ή στρατηγική. Διόλου δεν την ένοιαζε το φύλλο.  Έκανε την πλάκα της μέσω «Έψιλον», έστελνε τα σημειώματά της για τον Γιωτόπουλο, την έπεφτε στον Μπένυ κι ως εκεί. Και ύστερα «παράτα το να καταρρεύσει το μπουρδέλο, δεν με νοιάζει εμένα». Μόνο που μαζί με τα ολίγα ξερά καήκανε κι ένα σωρό χλωρά. Κι έχασαν τις δουλειές τους οκτακόσιες πενήντα ψυχές. Φαντάσματα κι αυτές, σε ένα έρημο κτίριο με κομμένο το φως και το νερό. Και στο στήθος σου η πληγή ανοίγει πάλι…

Υ.Γ. Και όχι, μια εφημερίδα δεν είναι απλή περιουσία. Απλή περιουσία είναι μόνο τα γκαφρά. Μια εφημερίδα είναι κάτι παραπάνω.