Η Wall Street Journal αγόραζε κατά χιλιάδες τα φύλλα της στην Ευρώπη για να αυξήσει πλασματικά την κυκλοφορία της! Ανώτατο στέλεχος του κολοσσού των ΜΜΕ του Ρούπερτ Μέρντοκ παραιτήθηκε ύστερα από την αποκάλυψη του βρετανικού Guardian ότι η σοβαρή οικονομική εφημερίδα συμφωνούσε με ευρωπαϊκές εταιρείες να αγοράζουν κρυφά χιλιάδες φύλλα της σε τιμή-ευκαιρία, παραπλανώντας αναγνώστες και διαφημιζόμενους για την πραγματική κυκλοφορία της.

Η κομπίνα γινόταν ως εξής: η WSJ έπειθε ευρωπαϊκές εταιρείες να συνεργαστούν και ως αντάλλαγμα δημοσίευε άρθρα που προωθούσαν τις δραστηριότητές τους. Η αποκάλυψη αυτή πλήττει σημαντικά το κύρος της WSJ που αποτελεί τη ναυαρχίδα της News Corp του Μέρντοκ.

Εγκέφαλος της κομπίνας ήταν ο Αντριου Λάνγκχοφ, διευθυντής Ευρώπης της Dow Jones, «μαμάς» εταιρείας της WSJ, ο οποίος παραιτήθηκε. Η απάτη συντονιζόταν από το Λονδίνο και αφορούσε την ευρωπαϊκή έκδοση της WSJ η οποία κυκλοφορεί σε ΕΕ, Ρωσία και Αφρική.

Η υπόθεση ενισχύει την ανησυχία των μετόχων της News Corp για την πορεία της εταιρείας. Στις ΗΠΑ κατέθεσαν μήνυση εναντίον της οικογένειας Μέρντοκ ύστερα από το σκάνδαλο με τις υποκλοπές που οδήγησε στην παύση της κυκλοφορίας της εφημερίδας «News of the World» καθώς και μηνύσεις εναντίον θυγατρικών της News Corp που κατηγορούνται ότι «εισέβαλαν» στους υπολογιστές ανταγωνιστών τους και τους έκλεβαν πελάτες.

Η απόφαση της WSJ να αγοράζει κρυφά τα ίδια της τα φύλλα ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2008 ως ένα κόλπο για να ενισχυθεί η κυκλοφορία με την ονομασία Future Leadership Institute. Η εφημερίδα σύναψε σχέσεις με ευρωπαϊκές εταιρείες που σπονσοράριζαν σεμινάρια για φοιτητές οι οποίοι είχαν πιθανότητες να γίνουν οι μελλοντικοί ηγέτες. Η WSJ αντάμειβε τους σπόνσορες δημοσιεύοντας τα ονόματά τους σε ένα ειδικό τμήμα της εφημερίδας. Οι σπόνσορες πλήρωναν την διαφήμιση αυτή αγοράζοντας αντίτυπα της WSJ σε πολύ χαμηλή τιμή τα οποία μοίραζαν στους φοιτητές.

Το 2010, η απάτη ενίσχυσε κατά 41% την κυκλοφορία της ευρωπαϊκής έκδοσης της WSJ _ 31.000 από τα συνολικά 75.000 φύλλα.

Το πρόβλημα ξεκίνησε πέρσι όταν ο μεγαλύτερος σπόνσορας, η ολλανδική εταιρεία Executive Learning Partnership (ELP), απείλησε ότι θα αποχωρούσε από τη συμφωνία. Η ELP και μόνο ήταν υπεύθυνη για το 16% της κυκλοφορίας της WSJ στην Ευρώπη (12.000 φύλλα τη μέρα) και πλήρωνε μόλις 1 σεντ το φύλλο. Για τις 259 μέρες κυκλοφορίας της εφημερίδας πέρσι, η ELP αγόρασε 3,1 εκατ. φύλλα με συνολικό κόστος 31.080 ευρώ. Ομως παραπονέθηκε ότι η διαφήμιση που της έγινε στην WSJ δεν ήταν ανάλογη του ποσού που πλήρωσε.

Στις 9 Απριλίου 2010, ο Λάνγκχοφ έστειλε email στην ELP για να προτείνει νέα συμφωνία: η ELP θα συνέχιζε να αγοράζει 12.000 φύλλα την ημέρα στην ίδια τιμή και ως αντάλλαγμα θα είχε, μεταξύ άλλων, δωρεάν διαφήμιση στην WSJ και «τουλάχιστον τρία άρθρα για τις δραστηριότητες της εταιρείας. Ενα από αυτά, ολοσέλιδο, δημοσιεύτηκε στις 14 Οκτωβρίου 2010 παρουσιαζόμενο σαν κανονικό ρεπορτάζ χωρίς να αναφέρεται πουθενά ότι ήταν προϊόν συμφωνίας της ELP με την WSJ. Το δεύτερο, μια κολακευτική συνέντευξη με ανώτατο στέλεχος της ELP, δημοσιεύτηκε στις 14 Μαρτίου 2011.


Πηγή: tovima.gr