Τη δική τους μάχη δίνουν οι εργαζόμενοι στον Κόσμο του Επενδυτή, που βρίσκονται σε δύσκολη θέση εξαιτίας των χειρισμών του Κώστα Γιαννίκου ο οποίος αποφάσισε να προχωρήσει σε αναστολή έκδοσης του φύλλου.Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι διεκδικούν τα δεδουλευμένα τους από την ιδιοκτησία είναι μαθημένοι στα δύσκολα, αφού βρέθηκαν σε παρόμοιες καταστάσεις και επί ιδιοκτησίας Μιχάλη Ανδρουλιδάκη το 2002.

Ωστόσο, παρά την αναστολή έκδοσης, οι εργαζόμενοι έδωσαν κανονικά ρεπορτάζ, τα οποία δημοσιεύονται σε ηλεκτρονική μορφή στο blog , που δημιούργησαν, και το οποίο ονομάζεται, ergazomenoiependyti.wordpress.com/.

Ένα από τα κείμενα των εργαζομένων:

Οι εργαζόμενοι στον «Κόσμο του Επενδυτή» και στην ιδιοκτήτρια εταιρεία Best end, που βρίσκονται σε απεργία για καταβολή των δεδουλευμένων, δεν ζουν για πρώτη φορά μια εργασιακή και επιχειρησιακή κρίση. Η εικοσαετής πορεία της εφημερίδας που ξεκίνησε το 1991 σαν «Επενδυτής» αποτελεί ένα ακόμη case study για την παθογένεια που επικρατεί στον επιχειρηματικό χώρο των ΜΜΕ. Οι παλαιότεροι αναγνώστες ίσως θυμούνται την εκκίνησή της εφημερίδας υπό ιδιοκτησία του Μ. Ανδρουλιδάκη του οποίου η σκανδαλώδης εμπλοκή στον εκδοτικό ανταγωνισμό των προσφορών (τα σπίτια της… «Εξουσίας»), παρέσυρε και τον «Επενδυτή» σε μια περίοδο κυκλοφοριακής ακμής και καινοτόμας παρουσίας στο πεδίο των σαββατιάτικων εκδόσεων. Οι εργαζόμενοι του «Επενδυτή» βρέθηκαν το 2002 επί ξύλου κρεμάμενοι, η εφημερίδα με δική τους πρωτοβουλία και ρίσκο εκδόθηκε με νέο όνομα, «Ο Κόσμος του Επενδυτή», πέρασε για ένα μικρό διάστημα στην ιδιοκτησία του Ομίλου Αλαφούζου για να καταλήξει τελικά, από το 2004, στη νέα εταιρεία, τη Best End, ιδιοκτησίας (κατά πλειοψηφία) Κ. Γιαννίκου.

Bing Bank

Η τελευταία οκταετία του «Κόσμου του Επενδυτή» ακολούθησε την κλασική τροχιά των έντυπων ΜΜΕ αυτής της περιόδου. Κυκλοφοριακά, με βάση μια ανταγωνιστική πολιτική προσφορών, εκτοξεύθηκε ακόμη και στα 200.000 φύλλα και για πέντε περίπου χρόνια είχε μια κυκλοφορία τουλάχιστον 70.000 φύλλων, στερώντας ωστόσο από τους αναγνώστες την επιλογή της απλής, φθηνής έκδοσης (χωρίς τις προσφορές). Η κυκλοφοριακή επιτυχία του εγχειρήματος αποτέλεσε το εφαλτήριο για επέκταση της Best End και σε άλλες περιοδικές εκδόσεις, μεταξύ άλλων ενός life style (Avanti), ενός τηλεοπτικού (TIVO), τριών μουσικών περιοδικών (ΔΙΦΩΝΟ, ΟΑΣΙΣ, ΠΟΠ και ΡΟΚ) και εσχάτως ενός αρχικά εβδομαδιαίου και στη συνέχεια μηνιαίου πολιτικού περιοδικού (Informer). Η πυρετώδης αυτή εκδοτική δραστηριότητα με βασικό «όχημα» τον «Κόσμο του Επενδυτή» εξυπηρετούσε κατά κανόνα μια πολιτική προσφορών που τροφοδοτούνταν από προϊόντα άλλων εταιρειών ιδιοκτησίας Κ. Γιαννίκου, όπως οι δισκογραφικές εταιρείες του (που τροφοδοτούσαν προσφορές και άλλων εφημερίδων) ή η εκδοτική εταιρεία Modern Times που κατέγραψε κι αυτή το δικό της big bank την περίοδο μέχρι και το 2009. Την ίδια τριγωνική σχέση προσφορών και διαφημιστικής προβολής εξυπηρέτησε άλλωστε και η μετοχική σχέση του Κ. Γιαννίκου με το τηλεοπτικό κανάλι Alter στο οποίο άλλωστε ήταν και διευθύνων σύμβουλος.

Κερδοφορία

Η εκδοτική έκρηξη της Best End και η κυκλοφοριακή ακμή του «Κόσμου του Επενδυτή» και των άλλων περιοδικών εκδόσεων δεν στηρίχθηκε ωστόσο σε συνεπή επενδυτική στρατηγική. Εκδόσεις περιοδικών αναστέλλονταν, επανακυκλοφορούσαν για να ανασταλούν ξανά, άλλαζαν ονόματα και χαρακτήρα, ένθετα εμπλούτιζαν την εφημερίδα για να καταργηθούν σε λίγους μήνες.

Παρά την ασυνέχεια και κυκλοθυμία που χαρακτήριζε την εκδοτική στρατηγική της εταιρείας, η κυκλοφοριακή σταθερότητα του «Κόσμου του Επενδυτή» και του τηλεοπτικού περιοδικού αποτυπώνονται στους κερδοφόρους ισολογισμούς της εταιρείας τουλάχιστον μέχρι και το 2010. Στην κερδοφορία αυτή, ωστόσο, οι εργαζόμενοι δεν είχαν ποτέ «μέρισμα», μιας και τα τελευταία χρόνια ακόμη και οι νόμιμες αυξήσεις που προέβλεπαν οι συλλογικές συμβάσεις είτε δεν καταβάλλονταν είτε καταβάλλονταν με ασυνέπεια.

Συν τοις άλλοις, όταν η κρίση που κλονίζει τη χώρα άρχισε να «ακουμπά» και τις επιχειρήσεις των ΜΜΕ με κορυφαίο παράδειγμα το Alter, έφερε στο προσκήνιο και το πρόβλημα της πλήρους αδιαφάνειας με την οποία οι ιδιοκτήτες τους μεταχειρίζονται και τα κέρδη τους, και τις ζημίες τους, και τις ιδιότυπες συναλλαγές ανάμεσα στις δικές τους εταιρείες, ή τις σχέσεις και συναλλαγές τους με τις διαφημιστικές, αλλά και τις τράπεζες.

Τα ερωτήματα

Έτσι, στο επιχείρημα που προβάλλει σήμερα και η ιδιοκτησία της Best End δηλώνοντας αδυναμία καταβολής των δεδουλευμένων και προαναγγέλλοντας αναστολή έκδοσης της εφημερίδας και των περιοδικών, ότι αποτελεί θύμα της «συνολικής κρίσης», οι εργαζόμενοι δικαιούνται να αντιπαραθέσουν τα ερωτήματα: τι απέγιναν τα κέρδη που εμφάνιζε (και είχε) η εταιρεία στα αλλεπάλληλα έτη υψηλής κερδοφορίας; Τι απόθεμα αντοχής δημιούργησε την περίοδο της ακμής για την εποχή της κρίσης; Πώς διαχειρίστηκε την επιχείρηση και τις εκδόσεις κατά τη διετία της κρίσης; Άραγε, όλα τα βάρη (δανειακά και άλλα) που καθιστούν σήμερα ζημιογόνα την εταιρεία αναλήφθηκαν για τις δικές της ανάγκες; Τι βάρη αναλήφθηκαν για να καλυφθούν άλλες «τρύπες» που δημιούργησε η πολυσχιδής επιχειρηματική δραστηριότητα της ιδιοκτησίας στο χώρο του Infotainment, από τις εκδόσεις μέχρι το θέατρο;

Η εμπειρία του «Κόσμου του Επενδυτή» και της περιπέτειας που αυτή επιφυλάσσει για τους εργαζόμενους ενδεχομένως δεν αποτελεί πρωτοτυπία. Αποτελεί ωστόσο μια ακόμη απόδειξη της σημασίας που έχει για τα υποζύγια της κρίσης, τους μισθωτούς, η ουσιαστική διαφάνεια και η δυνατότητα ελέγχου στα λογιστήρια των επιχειρήσεων. Πολύ περισσότερο όταν μιλούμε για επιχειρήσεις που συχνά αποδέχονται και κρατικούς πόρους (όπως η κρατική διαφήμιση) και σε κάθε περίπτωση διαχειρίζονται ένα κοινωνικό αγαθό, όπως η ενημέρωση.

Πηγή: ergazomenoiependyti.wordpress.com/