Τη συγκρότηση Ελληνικής Ομάδας Δράσης, πλήρως ανεξάρτητης από πολιτικά κόμματα, η οποία θα λειτουργεί ως εθνικός μηχανισμός παρακολούθησης του δεκαετούς προγράμματος ανόρθωσης της ελληνικής οικονομίας «Ελλάδα 2020», πρότεινε από τη Θεσσαλονίκη ο γενικός διευθυντής του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) Γιάννης Στουρνάρας.  Διευκρίνισε ότι το εθνικό σχέδιο για την ανόρθωση της οικονομίας «Ελλάδα 2020» θα περιλαμβάνει τα δεδομένα της νέας δανειακής σύμβασης, αλλά ταυτόχρονα θα προτείνει μέτρα για την ταχύτερη έξοδο της χώρας από το «τούνελ». Σε ό,τι αφορά τη σύσταση της ομάδας, σημείωσε ότι θα μπορούσε να αποτελείται από εμπειρογνώμονες φορέων, όπως το ΙΟΒΕ, το ΚΕΠΕ, το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, η Τράπεζα της Ελλάδας, το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, η ακαδημαϊκή κοινότητα, το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, κ.λπ.

Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, η ομάδα θα μπορούσε να λειτουργεί ως μηχανισμός έγκαιρης ειδοποίησης για δημοσιονομικές αποκλίσεις, ενώ παράλληλα θα προκαλούσε θετικές αντιδράσεις στο εξωτερικό, υπογραμμίζοντας τη βούληση των ελληνικών αρχών να προωθήσουν τις μεταρρυθμίσεις. 

Αναφερόμενος στα μέτρα, επισήμανε ότι πρέπει να γίνει γνωστό στην κοινή γνώμη ότι οι συνεχείς μειώσεις των εισοδημάτων είναι το κόστος που πληρώνουμε εξαιτίας των δικών μας καθυστερήσεων (π.χ. μεταρρυθμίσεις, απελευθέρωση αγορών κ.λπ.). «Οι παρατηρούμενες καθυστερήσεις έχουν ελληνική υπογραφή και δεν ευθύνεται καμία ξένη χώρα για το γεγονός ότι το πολιτικό μας σύστημα εμφανιζόταν, τουλάχιστον μέχρι χτες, κατώτερο των κρίσιμων περιστάσεων» υπογράμμισε ο κ. Στουρνάρας.

Καταλήγοντας μίλησε για «ανεύθυνες δυνάμεις του λαϊκισμού που παίζουν με τις τύχες της χώρας, καθώς και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας θα πρέπει να απομονωθούν και να στιγματιστούν», χωρίς όμως να τις κατανομάσει. 

Μιλώντας στην ίδια εκδήλωση, ο πρόεδρος του ΙΟΒΕ, Οδυσσέας Κυριακόπουλος, εξέφρασε την πεποίθηση ότι το ελληνικό σύστημα διακυβέρνησης που, όπως τόνισε, διακρίνεται από παραλυσία, είναι εντελώς ανίκανο να προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις που είναι απαραίτητες για την έξοδο από την κρίση, ενώ η θέση της Ελλάδας στην ευρωζώνη, σημείωσε, μοιάζει λιγότερο εξασφαλισμένη απ' ό,τι μόλις έξι μήνες πριν.

Σημείωσε ακόμη ότι το ελληνικό σύστημα διακυβέρνησης έχει φτάσει στα όριά του, επισημαίνοντας ότι η υπέρβαση της κρίσης απαιτεί πλέον ένα ανανεωμένο σύστημα, καθώς το σημερινό αποτελεί το μείζον πρόβλημα της χώρας. 

Όπως πρόσθεσε, αντί η ελληνική οικονομία να έχει απομακρυνθεί από το χείλος του γκρεμού, φαίνεται σήμερα να είναι πιο κοντά σε αυτό, καθώς παρά τον περιορισμό των αμοιβών και των συντάξεων, τα τεράστια πρωτογενή ελλείμματα διογκώνουν το χρέος, η ύφεση συνεχίζει και η ανεργία καλπάζει έχοντας ξεπεράσει το 20%. 

Αναρωτήθηκε, τέλος, αν το ελληνικό πολιτικό σύστημα είναι σε θέση να υποστηρίξει και να υλοποιήσει την πολιτική του «μνημονίου» για τα επόμενα χρόνια, «και μάλιστα αν είναι σε θέση να την υποστηρίξει όχι απλά τηρώντας το γράμμα του νέου μνημονίου, αλλά κυρίως προωθώντας τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις για τον ριζικό εκσυγχρονισμό της οικονομίας, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και την ανάπτυξη».