Η χθεσινή ημέρα –για την ακρίβεια το θέμα ξεκίνησε από την προχθεσινή νύχτα με τις δηλώσεις Γιουνκέρ- ήταν μία D-Day για τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν ελληνικά ομόλογα, τα οποία θα «κουρευτούν» πιθανότατα χωρίς οι ιδιοκτήτες τους να αποζημιωθούν ή να τύχουν κάποιας ειδικής μεταχείρισης.
Το moneypost και το newpost έχουν από εβδομάδων  αναδείξει το θέμα, το οποίο αφορά περισσότερα από 11.000 άτομα που εμπιστεύτηκαν την έκκληση της ελληνικής κυβέρνησης να αναλάβουν μικρό έστω βάρος του χρέους αγοράζοντας ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, πλην , όμως σήμερα αντιμετωπίζονται σαν… τζογαδόροι επενδυτές. 


Το θέμα που έχει προκύψει, δεν είναι μόνο οικονομικό και τεχνοκρατικό, αλλά κυρίως ηθικό. Τη στιγμή κατά την οποία το δημόσιο δέχθηκε να υπάρξουν σημαντικές εξαιρέσεις στο πλαίσιο του PSI, προκαλεί πραγματική απορία γιατί δεν μπορεί να υπάρξει μια ρύθμιση για τους ιδιώτες που εμπιστεύτηκαν και στήριξαν  το ελληνικό δημόσιο. 


Η χθεσινή ημέρα συνοδεύθηκε από δηλώσεις, αναιρέσεις και ανασκευές που ουδόλως φώτισαν το θέμα και ιδίως το τι πρόκειται να συμβεί με τα ομόλογα των 11.000 επενδυτών που αγόρασαν (και στήριξαν την) Ελλάδα.


Οι υπερασπιστές της «γραμμής Βενιζέλου»  έσπευσαν να τονίσουν ότι ο υπουργός (και επίδοξος μελλοντικός πρωθυπουργός) έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις περιπτώσεις των ιδιωτών, και μάλιστα με συγκεκριμένες πράξεις. Πρώτον θέτοντας το όριο των 100.000 χιλιάδων ευρώ (το οποίο όμως αναιρείται στην πράξη), την πιθανότητα ενός συμψηφισμού με την εφορία, το ενδεχόμενο έκδοσης εντόκων γραμματίων για την κάλυψη των απωλειών. Ακόμη  και το ΕΣΠΑ επιστρατεύθηκε ως λύση μέσω της δημιουργίας μιας εταιρίας μετοχές της οποίας θα εκχωρούντα στους 11.000 ως αποζημίωση. 


Το «κακό» είναι  πως από την στιγμή του διαχωρισμού μεταξύ πρωτογενών και δευτερογενών επενδυτών, η κυβέρνηση είχε δείξει τις προθέσεις της . Και επίσης είχε δείξει ότι δεν διαθέτει καμία διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στη η οποία είχε ξεκάθαρα τονίσει ότι δεν πρόκειται να επιτραπεί καμία αποζημίωση. Εύλογο και αυτό βεβαίως, αφού η αποζημίωση των Ελλήνων ομολογιούχων θα διαμορφώσει τετελεσμένο για χιλιάδες άλλους ξένους που θα μπορούν να έρθουν στην Ελλάδα και να διεκδικήσουν αποζημιώσεις ανατρέποντας πρακτικά το PSI+.   Το πρόβλημα παραμένει όμως πως όλες οι επιλογές εξόδου είναι αυτοαναιρούμενες.


Από τη μία λοιπόν η ελληνική κυβέρνηση «αδύναμη» απέναντι στους Γερμανούς προτείνει λύσεις που είναι από δύσκολο έως αδύνατο να εφαρμοστούν. Και από την άλλη οι πολίτες που εμπιστεύτηκαν την όποια ελληνική πολιτεία και που τώρα περίπου αντιμετωπίζονται ως κάτοχοι CDS’s. 


Δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία, δε, ότι το θέμα αυτό θα τραβήξει επικοινωνιακά (και φυσικά χωρίς λύση) μέχρι τις εκλογές ώστε να μην θιγούν τελεσίδικα τα πρόσωπα που το διαχειρίστηκαν και υποστούν το πολιτικό κόστος στην κάλπη.


Αλήθεια, στο υπουργείο Οικονομικών πιστεύουν ότι με τις μεθόδους αυτές θα μπορέσουν να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη του κόσμου στο κράτος; 


Εκτός κι αν εκτιμούν ότι με τις προτροπές του επικεφαλής θα φοβηθεί ο λαός και αφού υποστεί το κούρεμα των ομολόγων που υπερήφανα αγόρασε για να στηρίξει το κράτος και την πατρίδα, θα επιστρέψει όλη του την περιουσία και θα την θέσει στη διάθεση του ελληνικού δημοσίου για να «ποντάρει» στην έξοδο της χώρας από την κρίση». 


Joffrey Postman