Μείωση του ΑΕΠ κατά 4,5% και της απασχόλησης κατά 3% αλλά και αύξηση της ανεργίας άνω του 19% είναι τα βασικά συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος  για τη Νομισματική Πολιτική 2011-2012, η οποία υποβλήθηκε σήμερα στον Πρόεδρο της Βουλής και το Υπουργικό Συμβούλιο.
Σύμφωνα με την έκθεση της ΤτΕ στη διάρκεια του 2013 εκτιμάται ότι είναι δυνατόν να αρχίσει η οικονομική ανάκαμψη (αν και ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ θα είναι ελαφρά αρνητικός, της τάξεως του -0,5%), ενώ τόσο η μείωση της απασχόλησης όσο και η αύξηση του ποσοστού ανεργίας είναι πιθανόν να ανακοπούν.

Παράλληλα, η πτωτική τάση του πληθωρισμού συνεχίζεται το 2012 και ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1% ή και χαμηλότερα, ενώ ο πυρήνας του πληθωρισμού μάλλον θα είναι ελαφρά αρνητικός (μέσο ετήσιο επίπεδο περί το -0,1%). Το 2013, σύμφωνα με ορισμένες υποθέσεις, ο πληθωρισμός βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή αναμένεται να υποχωρήσει περαιτέρω, στο 0,5% περίπου, ενώ ο πυρήνας του πληθωρισμού θα παραμείνει αρνητικός (γύρω στο -0,2%).
Αναφορικά τη νέα δανειακή σύμβαση ο διοικητής της Τράπεζας κ. Προβόπουλος επισημαίνει πως «η ψήφιση της δανειακής σύμβασης και των εφαρμοστικών νόμων από τη Βουλή και μάλιστα με αυξημένες πλειοψηφίες υπήρξε η πρώτη θετική εξέλιξη που πρέπει να επισημανθεί. Η κρισιμότερη παράμετρος ωστόσο, η οποία θα καθορίσει και την επιτυχία του προγράμματος, είναι η συνεπής εφαρμογή του. Υπάρχουν αναμφισβήτητα μεγάλες δυσκολίες και προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Όμως, σε τελευταία ανάλυση οι στόχοι του είναι εφικτοί και το πρόγραμμα μπορεί να επιτύχει».

Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με την έκθεση, υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις και συγκεκριμένα η συνέχεια του προγράμματος πάση θυσία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, η διοικητική αποτελεσματικότητα και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Ειδικότερα, ο κ. Προβόπουλος αναφέρει ότι η νέα συμφωνία αυτή δεν πρέπει να διαταραχθεί, αλλά να συνεχίσει να εκφράζεται και στο μέλλον με την αυστηρή τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων του προγράμματος.
Αναφορικά με τη διοικητική αποτελεσματικότητα αναφέρει ότι η εφαρμογή των πολιτικών εξαρτάται αποκλειστικά σχεδόν από την ικανότητα των μηχανισμών που θα κληθούν να τις υλοποιήσουν, δηλαδή του κράτους και της δημόσιας διοίκησης, ενώ σχετικά με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, εξηγεί ότι η εφαρμογή του προγράμματος πρέπει να αποπνέει αδιαμφισβήτητη αποφασιστικότητα για να πείσει τις αγορές και τον ελληνικό λαό ότι οι στόχοι θα επιτευχθούν, ότι η έξοδος από την κρίση είναι εφικτή και ότι η ανάκαμψη θα συνιστά και την αρχή μιας νέας αναπτυξιακής πορείας πάνω σε υγιείς βάσεις.

Η ανάπτυξη «κλειδί» για την τελική επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί

Η ταχύτερη δυνατή επαναφορά της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανόδου του ΑΕΠ είναι το κλειδί για την τελική επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί. Η ανάκαμψη και η δημιουργία των προϋποθέσεων για βιώσιμη ανάπτυξη είναι όντως ο δρόμος που θα οδηγήσει στην ταχύτερη αποκλιμάκωση του χρέους και του ελλείμματος και θα βελτιώσει τις προσδοκίες, αναφέρει η ΤτΕ.

Ορόσημο το 2012 για το τραπεζικό σύστημα

Το 2012 εκτιμάται ότι θα αποτελέσει ορόσημο για τη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του τραπεζικού συστήματος στις νέες συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί. Οι τράπεζες θα κληθούν να προχωρήσουν σε πλήρη επαναπροσδιορισμό των επιχειρησιακών τους σχεδίων, ώστε να είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν στις αυξημένες προκλήσεις που δημιουργεί η ύφεση και να προβούν σε σημαντικού ύψους ενίσχυση της κεφαλαιακής τους βάσης, μέχρι το τέλος του γ’ τριμήνου του 2012.

Οι επιπρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις τράπεζες θα προκύψουν με την ολοκλήρωση της άσκησης ανακεφαλαιοποίησης που διεξάγει η Τράπεζα της Ελλάδος, σε συνεργασία με την τριμερή επιτροπή (ΔΝΤ/ΕΕ/ΕΚΤ), βάσει δύο σεναρίων μακροοικονομικών παραδοχών, ενός βασικού και ενός δυσμενούς.

Το τελικό ύψος των απαιτήσεων σε κεφάλαια θα πρέπει  να είναι επαρκές ώστε ο Δείκτης Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων (Core Tier 1) να διαμορφωθεί κατ’ ελάχιστον σε 9% και 10% μέχρι το τέλος του γ΄ τριμήνου του 2012 και του β΄ τριμήνου του 2013 αντίστοιχα. Επίσης, οι εν λόγω απαιτήσεις σε κεφάλαια διασφαλίζουν ότι για κάθε ένα από τα τρία έτη, 2012-2014, ο ανωτέρω δείκτης διαμορφώνεται σε 7% με βάση το δυσμενές σενάριο. Όσον αφορά την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην προσέλκυση κεφαλαίων από επενδυτές του ιδιωτικού τομέα. Τυχόν απαιτούμενα πρόσθετα κεφάλαια μπορούν να αντληθούν από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, καταλήγει η έκθεση.


Διαβάστε αναλυτικά την έκθεση εδώ