Απόφαση βάσει της οποίας καταργείται η υποχρέωση υποβολής στο Υπουργείο Ανάπτυξης από τις επιχειρήσεις τιμοκαταλόγων χονδρικής εξέδωσε σήμερα η Επιτροπή Ανταγωνισμού.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της ΕΑ η απόφαση λήφθηκε καθώς «δεν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος για τη διατήρηση της υπό κατάργηση ρύθμισης ή την αντικατάσταση της από έτερο σύστημα γνωστοποίησης απολογιστικών στοιχείων, καθώς και στις δύο περιπτώσεις, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, οι ρυθμίσεις αυτές δεν συνιστούν πρόσφορα και αναγκαία μέσα για την εξυπηρέτηση επιτακτικών λόγων δημόσιου συμφέροντος».

Ειδικότερα, η Επιτροπή σημειώνει ότι: Οι τιμοκατάλογοι χονδρικής θα μπορούσαν να λειτουργήσουν  στην πράξη ως τιμοκατάλογοι λιανικής, αφού η διαφορά μεταξύ τιμής χονδρικής και τιμής λιανικής, όπως και οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου τονίζουν, για το 90% των προϊόντων παρουσιάζει απόκλιση λίγων λεπτών. Υπό την έννοια αυτή, οι τιμοκατάλογοι χονδρικής λειτουργούν και ως «πλαφόν» τιμών, καθότι η υπό κατάργηση ρύθμιση επιτρέπει σε προμηθευτές και λιανέμπορους να διατηρούν ένα υψηλό επίπεδο τιμών, καθώς οι επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Αγορανομικής Διάταξης εφαρμόζουν εμπορική πολιτική βασισμένη στις τιμές των τιμοκαταλόγων χονδρικής που υποβλήθηκαν, επί των οποίων χορηγούν τις εκάστοτε συμφωνηθείσες εκπτώσεις προς τους πελάτες τους-λιανεμπόρους και όχι βάσει του πραγματικού κόστους της επιχείρησης.

Επισημαίνεται, επίσης, ότι κατά την Επιτροπή, η προς κατάργηση διάταξη, η οποία δεν προωθούσε τη διαφάνεια των τελικών (λιανικών) τιμών, δεν συνιστά αποτελεσματικό εργαλείο εποπτείας των τιμών και δεν οδηγεί στο επιθυμητό αποτέλεσμα, αλλά γεννά σωρευτικά στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό σε επίπεδο χονδρικής και λιανικής πώλησης αγαθών σε βάρος του καταναλωτικού κοινού, αφού μεταξύ άλλων επιβαρύνονται οι επιχειρήσεις με διαχειριστικό/λειτουργικό κόστος (προσωπικό, εργατοώρες κ.λ.π.) για τη συγκέντρωση, επεξεργασία και ηλεκτρονική υποβολή των στοιχείων, ιδίως, στους οικονομικούς κλάδους, όπου οι συχνές μεταβολές τιμών είναι συνήθεις λόγω χρηματιστηριακής διακύμανσης των τιμών των πρώτων υλών.