«Ανοησίες» χαρακτηρίζει τις θέσεις που διατυπώνονται κατά καιρούς περί εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, ο πρόεδρος της Euro Working Group, πρώην ανώτερο στέλεχος του αυστριακού υπουργείου Οικονομικών και γνωστός οικονομολόγος, Τόμας Βίζερ, καθώς, όπως τονίζει, οι οικονομικές συνέπειές της θα ήταν τόσο αρνητικές, που δεν θα συνέφεραν καμία χώρα, ούτε βραχυπρόθεσμα ούτε μακροπρόθεσμα.


Σε συνέντευξή του στην αυστριακή οικονομική εφημερίδα «Wirtschaftsblatt», ο κ. Βίζερ σημειώνει πως το πρόβλημα της Ελλάδας πρέπει να λυθεί μέσα στην Ευρωζώνη, ενώ θεωρεί πως με τα προγράμματα που έχουν αποφασιστεί, θα μπορέσει να λυθεί, χωρίς ωστόσο αυτό να είναι εύκολο.


Σε άλλη, πρόσφατη συνέντευξή του, είχε είχε απορρίψει ως «ανοησίες» τις συζητήσεις για το ότι η μεταρρύθμιση του κράτους είναι, δήθεν, εφικτή μόνον εκτός Ευρωζώνης, παρατηρώντας πως κάθε λογικά σκεπτόμενος γνωρίζει καλά πως η Ελλάδα εκτός Ευρωζώνης θα χρεοκοπούσε και προσθέτοντας ότι οι ισχυρισμοί του τύπου «όλα θα πάνε άσχημα» ανήκουν σε σχολιαστές, που κοινό σημείο τους είναι η άγνοια περί Ελλάδας.


Σε εκείνη τη συνέντευξη, ο ίδιος δήλωνε πεπεισμένος ότι η Ελλάδα θα τα καταφέρει και εξέφραζε αισιοδοξία ότι, από το 2013, η χώρα θα ανακάμψει, έστω και με αργούς ρυθμούς, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά πως «αν δεν πιστεύαμε ότι η Ελλάδα μπορεί να τα καταφέρει σε αυτόν τον δύσκολο αλλά σωστό δρόμο, δεν θα είχαμε εγκρίνει τα πακέτα βοήθειας».


Στη σημερινή του συνέντευξη, επισημαίνει ότι, αν και έχει υποχωρήσει πλέον η έντονη ανησυχία για την Ελλάδα, οι αιτίες που οδήγησαν στην κρίση εξακολουθούν να υφίστανται. Εντοπίζει, ωστόσο, διαφορές στις τρεις χώρες, στις οποίες ισχύει το πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για δημοσιονομική εξυγίανση.


Έτσι, η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από υπερχρέωση του δημόσιου τομέα και χαμηλή ανταγωνιστικότητα, η Πορτογαλία από υψηλό χρέος του ιδιωτικού τομέα και χαμηλή ανταγωνιστικότητα και η Ιρλανδία έχει πληγεί από κρίση του χρηματοπιστωτικού τομέα, ενώ διαπιστώνεται πως, τελικά, τα προβλήματα μετατίθενται πάντα στον δημόσιο τομέα και δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από τη μια μέρα στην άλλη. 

Οι στρεβλώσεις στην οικονομία, όπως η άνοδος του κόστους εργασίας στην Ελλάδα και την Ιρλανδία, αποτελούν λάθη των τελευταίων χρόνων. Ο κ. Βίζερ τονίζει ότι, αν και ήταν ορατές αυτές οι στρεβλώσεις, οι πολιτικοί αρνούνταν να λάβουν μέτρα και από την πλευρά του το Eurogroup δεν μπορούσε να επιβληθεί. Επισημαίνει, παράλληλα, ότι οι κανόνες που διέπουν την Ευρωζώνη δημιουργήθηκαν από τους Ευρωπαίους εταίρους και από εκείνους πρέπει να αναπροσαρμόζονται, γιατί πρόκειται για ένα σύστημα που πρέπει να είναι ευέλικτο, καθότι οι εξελίξεις στην οικονομία είναι απρόβλεπτες.

Όσον αφορά στην επιβολή κυρώσεων,  υπογραμμίζει ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας προβλέπει μια σειρά κλιμακούμενων ενεργειών, που καταλήγουν σε οικονομικές κυρώσεις, οι οποίες όμως ποτέ δεν επιβλήθηκαν στην Ελλάδα. Μόνον το 2003, υπήρξε μια προειδοποίηση προς την Ιρλανδία, η οποία, ωστόσο, αντέδρασε πολύ οργισμένα, υπενθυμίζει.


Παράλληλα, ο κ. Βίζερ παρατηρεί πως η τότε κατάσταση ήταν διαφορετική και ότι κανείς δε φανταζόταν πως στην ΟΝΕ θα προκαλείτο οικονομική κρίση με συνέπειες «ντόμινο», ενώ πολλοί δεν έχουν συνειδητοποιήσει, ακόμη και σήμερα, τη στενή αλληλεξάρτηση των χωρών της Ευρωζώνης, η οποία έχει ως επακόλουθο, να μπορούν οι εξελίξεις σε μια μικρή χώρα να έχουν σοβαρές επιπτώσεις και στις υπόλοιπες.

Ο κ. Βίζερ θεωρεί πως πρέπει να διασφαλιστεί η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τονίζει ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί μόνο με την πολιτική της παροχής μακροπρόθεσμων δανείων στις τράπεζες από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ότι, εξαιτίας της στενής αλληλεξάρτησης των χωρών της Ευρωζώνης, θα πρέπει να υπάρξει συντονισμός σε θέματα δημοσιονομικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής στους μισθούς. 

 Στο θέμα αυτό, όπως συμπληρώνει, οι κοινωνικοί εταίροι πρέπει να επιδείξουν υπευθυνότητα και να αναλογιστούν τις συνέπειες των αποφάσεών τους στην οικονομία των άλλων χωρών της ευρωζώνης. Έως τώρα, οι κοινωνικοί εταίροι σε Ελλάδα και Ιταλία αδιαφορούσαν για την αύξηση των τιμών και του μισθολογικού κόστους, επαναπαυόμενοι στη δυνατότητα υποτίμησης, που είχαν πριν την εισαγωγή του ευρώ, η οποία πλέον δεν υφίσταται, υπογραμμίζει ο Αυστριακός οικονομολόγος.