Ζημιές μετά φόρων ύψους 148,9 εκατ. ευρώ εμφάνισε το 2011 η ΔΕΗ, ενώ οι προσαρμοσμένες καθαρές ζημίες, χωρίς τη ζημία από την αποτίμηση χρεογράφων ανήλθαν στα 123,3 εκατ. ευρώ.


Ο κύκλος εργασιών υποχώρησε σε 5,513,6 δισ. ευρώ από 5,809,8 δισ. ευρώ το 2010, μειωμένος κατά 5,1%. Στον κύκλο εργασιών συμπεριλαμβάνεται ποσό 140,6 εκατ. ευρώ που αφορά τη συμμετοχή χρηστών του δικτύου ηλεκτροδότησης για τη σύνδεσή τους. Το αντίστοιχο μέγεθος το 2010 ήταν 194,5 εκατ. ευρώ.


Τα κέρδη προ τόκων φόρων και αποσβέσεων (EBITDA) διαμορφώθηκαν σε € 769,4 εκατ. έναντι € 1.497,7 εκατ. το 2010, μειωμένα κατά € 728,3 εκατ. (-48,6%). Το περιθώριο EBITDA ανήλθε σε 14%, σε σύγκριση με 25,8% το 2010.


Όπως αναφέρει η εταιρεία στην ανακοίνωσή της, η συνολική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη μεταξύ 2011 και 2010 στις 61.834 GWh έναντι 61.817 GWh το 2010.  Με την εξαίρεση όμως των εξαγωγών και της άντλησης, η μείωση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας ανέρχεται σε 1,1% περίπου (622 GWh). Από την άλλη πλευρά και σε ότι ειδικότερα αφορά το τέταρτο τρίμηνο, η συνολική ζήτηση παρουσίασε αύξηση 2%, ενώ εξαιρουμένων των εξαγωγών και της άντλησης η αύξηση στη ζήτηση ήταν 2,2%.


Σημειώνεται πως η ΔΕΗ δεν θα διανείμει μέρισμα για τη χρήση 2011.

Σχολιάζοντας τα οικονομικά αποτελέσματα της περιόδου, ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ΔΕΗ Α.Ε. κ. Αρθούρος Ζερβός, δήλωσε: «Σε μια εξαιρετικά δύσκολη χρονιά, καθώς το 2011 ήταν το έτος της μεγαλύτερης ύφεσης που γνώρισε ποτέ η Ελληνική οικονομία κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η ΔΕΗ πέτυχε να κλείσει τη χρήση με περιορισμένες απώλειες. Στην κατεύθυνση αυτή συνέβαλαν ουσιαστικά η σημαντική μείωση της δαπάνης μισθοδοσίας, η καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και ο εξορθολογισμός των ελεγχόμενων δαπανών, με αποτέλεσμα  την αύξηση της παραγωγικότητας.


Τα οικονομικά αποτελέσματα του 2011 αντανακλούν τις σημαντικές μεταβολές σε εξωγενείς παράγοντες όπως, η μείωση της συνολικής ζήτησης, η ένταση του ανταγωνισμού στην χονδρεμπορική και λιανική αγορά, η αύξηση των διεθνών τιμών καυσίμων, η επιβολή ή αύξηση φόρων σε αυτά, καθώς και οι δυσμενείς υδρολογικές συνθήκες. Το ρυθμιστικό περιβάλλον στο οποίο λειτουργεί η Εταιρεία και η ρυθμιζόμενη τιμολογιακή πολιτική συνεχίζουν σε μεγάλο βαθμό να παρεμποδίζουν τη διασύνδεση της τιμής της χονδρεμπορικής αγοράς με αυτή της λιανικής, με αποτέλεσμα η αύξηση του κόστους παραγωγής να επιδρά αρνητικά κατά άμεσο τρόπο στην προοπτική κερδοφορίας της Εταιρείας.


Σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον και λαμβάνοντας υπόψη τη σημαντική αύξηση του χρηματοοικονομικού κόστους, τον πρωτοφανή περιορισμό της ρευστότητας στην Ελληνική οικονομία και τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, η ΔΕΗ έχει προσαρμόσει το επενδυτικό της μοντέλο, με την εφαρμογή αυστηρών κριτηρίων περιορισμού των επενδύσεων, ώστε να βελτιστοποιείται η χρήση των πόρων και η Εταιρεία να αποκομίζει τη μέγιστη δυνατή αξία. Παράλληλα, σημειώθηκαν μεγάλα βήματα στον οργανωτικό μετασχηματισμό του Ομίλου με την ολοκλήρωση της απόσχισης του Κλάδου της Μεταφοράς, ενώ μετά και τη χθεσινή έγκριση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων, αναμένεται να ολοκληρωθεί στο αμέσως προσεχές μέλλον και η απόσχιση του Κλάδου της Διανομής.


Το 2012 αναμένουμε θετική επίδραση στα οικονομικά αποτελέσματα τόσο από την αύξηση των τιμολογίων όσο και από την περαιτέρω εξοικονόμηση στις δαπάνες μισθοδοσίας και τις λοιπές πρωτοβουλίες εξοικονόμησης και εξορθολογισμού των δαπανών. Είναι όμως προφανές ότι το περιβάλλον, συνολικά για την Ελληνική οικονομία καθώς και για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την Εταιρεία ειδικότερα, συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από τους μεγάλους κινδύνους που συνεπάγεται η παρατεταμένη ύφεση και οι συνθήκες έλλειψης ρευστότητας στην αγορά. Η ΔΕΗ, όπως και στο παρελθόν, θα συνεχίζει να παίζει κομβικό ρόλο στην ελληνική οικονομία. Όπως έχω πολλές φορές τονίσει, η βιώσιμη ανάπτυξη της ΔΕΗ εξαρτάται και από την ορθολογική λειτουργία της αγοράς με κανόνες που εξασφαλίζουν τιμολόγηση που αντανακλά το κόστος παραγωγής και εύλογη αποζημίωση όλων των υπηρεσιών ενέργειας, παρέχοντας ταυτόχρονα κίνητρα για μείωση του κόστους της χονδρεμπορικής αγοράς προς όφελος του καταναλωτή».