Για ενδείξεις αντιστροφής του οικονομικού κλίματος κάνει λόγο η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων, ενώ εκτιμά ότι η περαιτέρω βελτίωση της οικονομίας και της καταναλωτικής εμπιστοσύνης στη χώρα είναι εφικτή. Παράλληλα αναλύει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνει η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών έτσι ώστε να προστατευθούν τόσο τα συμφέροντα του κράτους όσο και το μέλλον του ελληνικού τραπεζικού κλάδου.

Σύμφωνα με την Alpha Bank οι ενδείξεις αντιστροφής του οικονομικού κλίματος, αφορούν τις  εισπράξεις από τον ΦΠΑ οι οποίες «φαίνεται ότι επανήλθαν σε θετική αυξητική πορεία τον Μάρτιο 2012, με αύξηση κατά περίπου 2%, αντιστρέφοντας με εντυπωσιακό τρόπο την σημαντική πτώση των εσόδων από τον ΦΠΑ κατά -18,4% τον Ιαν.΄12 και κατά -4% τον Φεβρ.΄12.».
«Ο Μάρτιος 2012 επίσης ήταν ο πρώτος μήνας βελτίωσης του δείκτη οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα στο 75,7, από 74,9 τον Φεβρ.’12 και τον Ιαν.’12. Μάλιστα, ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η βελτίωση του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης στο -79,3 τον Μάρτιο 2012, από το υπέρμετρα χαμηλό -83,5 τον Φεβρ.’12 και από -81,9 τον Ιαν.’12. Η βελτίωση αυτή του οικονομικού κλίματος και της εμπιστοσύνης των καταναλωτών συνέβη αμέσως μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους», αναφέρεται στην εβδομαδιαία επισκόπηση.

Επιπρόσθετα, αναφέρεται ότι στον τομέα των αποκρατικοποιήσεων οι εξελίξεις είναι ικανοποιητικές, αφού εκδηλώθηκε ενδιαφέρον για την εκμετάλλευση του Διεθνούς Κέντρου Ραδιοτηλεόρασης (IBC), ενώ επίσης, 17 επενδυτικά σχήματα από 12 χώρες (7 εκτός της ΖτΕ) εκδήλωσαν ενδιαφέρον για την εξαγορά του ποσοστού του ελληνικού δημοσίου στην εταιρία φυσικού αερίου ΔΕΠΑ και της ΔΕΣΦΑ που είναι κατά 100% θυγατρική εταιρία της ΔΕΠΑ.

«Η περαιτέρω βελτίωση του οικονομικού κλίματος και της καταναλωτικής και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης στη χώρα είναι εφικτή. Το σταθερό χρηματοδοτικό πλαίσιο που παρέχει στη χώρα το 2ο Πακέτο Χρηματοδοτικής Ενίσχυσης στηρίζει την συνέχιση της αποτελεσματικής υλοποίησης των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής και την ολοκλήρωση των αναγκαίων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Μετά τις εκλογές, αναμένεται να δοθεί νέα έμφαση στην εφαρμογή πολιτικών που θα οδηγήσουν στην ταχεία ανάκαμψη της οικονομίας» αναφέρει.


Όσον αφορά στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών οι αναλυτές της τράπεζας αναφέρουν:

«Στο πλαίσιο ενίσχυσης της σταθερότητος του χρηματοπιστωτικού συστήματος η ανακεφαλαιοποίηση τω ελληνικών τραπεζών πρέπει να γίνει με τρόπο ώστε αφενός να εξασφαλίζεται η πλήρης ανάκτηση των δημοσίων πόρων που θα δαπανηθούν έτσι ώστε να μην υπάρξει επιβάρυνση του δημοσίου χρέους και αφετέρου να μεγιστοποιείται η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα έτσι ώστε να διασφαλισθεί σε βάθος χρόνου ο ιδιωτικός χαρακτήρας της μετοχικής σύνθεσης των τραπεζών.

Για την επίτευξη και των δυο στόχων, βασική προϋπόθεση είναι η δημιουργία υπεραξίας στην επένδυση στην οποία θα κληθούν να συνεισφέρουν το δημόσιο μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) και οι ιδιώτες επενδυτές. Η κερδοφορία της επένδυσης εξαρτάται έτσι όχι μόνον από την ανάκαμψη της οικονομίας τα επόμενα χρόνια αλλά σε μεγάλο βαθμό και από την αρχιτεκτονική της αποκεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Στο πλαίσιο αυτό, είναι προς το συμφέρον του όλου εγχειρήματος να διασφαλισθεί η συμμετοχή των ιδιωτών επενδυτών, που με την σειρά της, εξαρτάται από την ελκυστικότητα της επενδυτικής τοποθέτησης με όρους ισότιμης μεταχείρισης με το ΤΧΣ, τον έτερο μεγάλο επενδυτή, και σταθερών κανόνων καθόλη την διάρκεια της επένδυσης.

Το έλλειμμα κεφαλαίων που θα πρέπει να καλυφθεί προκύπτει από δύο πηγές: ζημιές που προέκυψαν ήδη από το PSI και δυνητικές ζημιές που ίσως προκύψουν με βάση την διαγνωστική εξέταση της Blackrock. Είναι λογικό, λοιπόν, να χρησιμοποιηθούν διαφορετικά χρηματοοικονομικά εργαλεία για διακριτούς σκοπούς, και ειδικότερα κοινές μετοχές για το τμήμα του PSI και ομόλογα μετατρέψιμα σε μετοχές για το τμήμα που αφορά στην Blackrock (που εκ της φύσεως τους έχουν δυνητικό χαρακτήρα και ανταποκρίνονται στις δυνητικές ζημιές που μπορεί να προκύψουν).

Η ελκυστικότητα της επένδυσης για τους ιδιώτες επενδυτές προσδιορίζεται και από το μέγεθος της ανακεφαλαιοποίησης, διότι όσο μεγαλύτερο είναι το τελευταίο τόσο μικρότερη είναι και η πιθανότητα κάλυψης του από την κερδοφορία των τραπεζών. Συνεπώς, εφόσον υπάρχουν  περιθώρια διαμόρφωσης των απαιτούμενων εποπτικών κεφαλαίων σε εναλλακτικά αλλά ισοδύναμα επίπεδα, μέσω για παράδειγμα αναγνώρισης για εποπτικούς σκοπούς της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης για το κούρεμα των ομολόγων, θα πρέπει να εξεταστεί ο προσδιορισμός των κεφαλαιακών αναγκών που προκύπτουν από το PSI υπό το πρίσμα επίτευξης ενός αρίστου αποτελέσματος για το όλο εγχείρημα.

Τέλος, η χορήγηση στους ιδιώτες επενδυτές ικανού αριθμού warrants μπορεί να αυξήσει σημαντικά την ελκυστικότητα των δυνητικών αποδόσεων, σε συνδυασμό με την δυνατότητα περιορισμού του κόστους των κοινών μετοχών του ΤΧΣ και των μετατρέψιμων ομολόγων να διαμορφωθεί σε επίπεδο που να καλύπτει το κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου αλλά να μην αντιστρατεύεται την κερδοφορία της επένδυσης δεδομένης της αβεβαιότητας για τις προοπτικές κερδοφορίας των τραπεζών τα επόμενα χρόνια».