Το βάρος που αποτελεί το χρέος των νοικοκυριών στην ορμή της ανάκαμψης μετά από περιόδους κρίσης μπορεί να αντιμετωπιστεί με «τολμηρά και καλά σχεδιασμένα» προγράμματα αναδιάρθρωσης του ιδιωτικού χρέους, επισημαίνει το ΔΝΤ σε μελέτη του για τη σχέση ιδιωτικού χρέους, ενυπόθηκων δανείων, τιμών κατοικιών και οικονομικής δραστηριότητας.

Η μελέτη του ΔΝΤ επικεντρώνεται στις τελευταίες δύο δεκαετίες, αξιοποιεί όμως και την εμπειρία από τη Μεγάλη Ύφεση του 1929. Όσο μεγαλύτερο είναι το χρέος που συσσωρεύεται σε νοικοκυριά σε περιόδους ισχυρής ανάπτυξης -με υποθήκες, προσωπικά δάνεια ή πιστωτικές κάρτες- τόσο βαθύτερη είναι η επακόλουθη ύφεση και τόσο πιο αδύναμη η ανάκαμψη, αναφέρει το ΔΝΤ. 


Σε περιόδους κρίσης, οι μεγαλύτερες συρρικνώσεις οικονομικής δραστηριότητας δεν οφείλονται μόνο στην επακόλουθη μείωση της αξίας των κατοικιών (και άρα «υποτίμηση» της περιουσίας των νοικοκυριών) αλλά ο συνδυασμός αυτής της συνθήκης με το υψηλό επίπεδο ιδιωτικού χρέους.


Εξετάζοντας το πώς αντιμετωπίστηκε η Μεγάλη Ύφεση, αλλά και η υποχώρηση τιμών κατοικιών στην Ισλανδία και την Ουγγαρία σήμερα, την Κολομβία το 1999, και τη Σουηδία, τη Φινλανδία και τη Νορβηγία τη δεκαετία του 1990, η μελέτη καταλήγει στο ότι οι επιπτώσεις της «φούσκας» των τιμών κατοικιών στην οικονομική δραστηριότητα μπορούν να αντισταθμιστούν με κυβερνητικές πολιτικές που στοχεύουν στη μείωση του χρέους των νοικοκυριών.


«Τολμηρά και καλά σχεδιασμένα προγράμματα αναδιάρθρωσης του χρέους των νοικοκυριών όπως αυτά που εφαρμόστηκαν στις ΗΠΑ τη δεκαετία του '30 και στην Ισλανδία σήμερα», αναφέρει χαρακτηριστικά το ΔΝΤ, «μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις ιδιωτικές χρεοκοπίες και τις κατασχέσεις».



Με πληροφορίες από tovima.gr