Χρυσά ή ασημένια αντικείμενα, κοσμήματα, αντίκες, πολύτιμοι λίθοι, ηλεκτρονικές συσκευές είναι μόνο μερικά από τα πράγματα που αναγκάζονται να ενεχυριάζουν οι Έλληνες, προκειμένου να πάρουν στα χέρια τους άμεσα χρήματα.
Με την κρίση να βαθαίνει όλο και περισσότερο, ειδικά τον τελευταίο χρόνο, τα ενεχυροδανειστήρια έχουν κάνει δυναμική εμφάνιση.


Κι ενώ οι δουλειές των επιχειρήσεων αυτών πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο, καθώς οι τράπεζες έδιναν δάνεια χωρίς μέτρο, η οικονομική δυσπραγία που κυριαρχεί οδηγεί πολλούς Έλληνες σε αυτή την εύκολη, κατά μία έννοια, λύση. Τα διαφημιστικά φυλλάδια με τη φράση «Αγορά Χρυσού» στις πολυκατοικίες και τα παρμπρίζ των αυτοκινήτων έχουν γίνει πια σύνηθες φαινόμενο και τα ενεχυροδανειστήρια σε περιοχές θεωρητικά πιο «εύρωστες» και σε χώρους, όπου μέχρι πρότινος υπήρχαν μικρά, συνοικιακά μαγαζιά τείνουν να γίνουν κανόνας.


Οι λόγοι για τους οποίους οι Έλληνες καταφεύγουν σε αυτή τη λύση είναι λίγο -πολύ γνωστοί. Οι μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις, που έχουν φτάσει πολλούς στο σημείο να μην μπορούν να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες, τα χρέη από δάνεια και πιστωτικές κάρτες, σε άλλες περιπτώσεις ο τζόγος ή τα προβλήματα υγείας έχουν δημιουργήσει ένα αδιέξοδο για πολλούς από τους συμπολίτες μας. Παλαιότερα, όσοι κατέφευγαν στα ενεχυροδανειστήρια προέρχονταν κυρίως από ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα ή ήταν αλλοδαποί. Πλέον η πελατεία έχει «ανοίξει» και σε ανθρώπους ή κοινωνικές ομάδες που φαινομενικά έχουν καλή οικονομική κατάσταση.


Συνήθως, οι περισσότεροι δεν επιστρέφουν να πάρουν πίσω τα προσωπικά αντικείμενα που έχουν αφήσει για ενέχυρο κι αυτό γιατί είτε τα πωλούν αμέσως, για να πάρουν άμεσα χρήματα, είτε γιατί δεν έχουν τη δυνατότητα να τα εξοφλήσουν μέσα στο προσυμφωνημένο χρονικό διάστημα. Βέβαια, πια, ορισμένοι ιδιοκτήτες ενεχυροδανειστηρίων δεν δέχονται αντικείμενα, αλλά αγοράζουν  τοις μετρητοίς χρυσό και ασήμι, αφού γνωρίζουν καλά ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για βγουν «κερδισμένοι».


Η διαδικασία που ακολουθείται στα πιστοποιημένα ανταλλακτήρια χρυσού πάνω-κάτω είναι η ίδια. Αρχικά, γίνεται η εκτίμηση του αντικειμένου και έπειτα ο ενεχυροδανειστής δίνει μια τιμή. Εάν συμφωνήσουν στην τιμή, ο πελάτης δίνει τα προσωπικά του στοιχεία, τα οποία καταγράφονται, και τέλος, εκδίδεται απόδειξη.


Όταν πρόκειται για ενέχυρο, η διαδικασία είναι πιο περίπλοκη, αφού οι δύο πλευρές πρέπει να υπογράψουν συμφωνητικό, το οποίο έχει πληρεξούσιο πώλησης με ισχύ μετά την εκπνοή του χρόνου αποπληρωμής. Ο δανεισμός συνήθως είναι τρίμηνης διάρκειας, αν και ο νόμος προβλέπει πέντε χρόνια, και το δάνειο φτάνει στις περισσότερες περιπτώσεις το μισό της αξίας του αντικειμένου που ενεχυριάζεται. Εάν, τελικά, ο δανειζόμενος καταφέρει να επιστρέψει το συμφωνημένο ποσό με τον προβλεπόμενο τόκο (συνήθως 0,75% τον μήνα και 9% τον χρόνο), παίρνει πίσω το αντικείμενο.


Το πρόβλημα, όμως, δημιουργείται με τα παράνομα ενεχυροδανειστήρια. Μόλις, πριν λίγο καιρό, το ΣΔΟΕ σε εφόδους που έκανε, διαπίστωσε σωρεία παραβάσεων, καθώς περίπου δύο στα τρία τέτοια καταστήματα λειτουργούν παράνομα. Όπως είχε τονίσει ο διευθύνων σύμβουλος του Ελληνικού Κέντρου Αργυροχρυσοχοϊας (ΕΛΚΑ), κ. Βασίλης Λύκος, «αν κάποιος ακολουθήσει τη νόμιμη οδό θα έχει κέρδος 15 έως 20% ενώ με την εξαΰλωση των παραστατικών το ποσοστό κέρδους εκτοξεύεται στο 50-60%».


Το βέβαιο είναι πως όποιος φτάσει στο σημείο να εκποιήσει προσωπικά του αντικείμενα δεν θα το πει πουθενά. Δεν μιλάει κανείς. Ακόμη και οι ιδιοκτήτες των ενεχυροδανειστηρίων δύσκολα μιλούν για αυτό το φαινόμενο. Όποιος, λοιπόν, αποφασίσει να βγάλει «στο σφυρί» τα προσωπικά του αντικείμενα, πρέπει να ψάξει καλά και προσεκτικά, ώστε να μην βρεθεί προ εκπλήξεως.


Ντία Μούλου