Για επιμονή στην αποτυχημένη συνταγή του προγράμματος λιτότητας καθώς και για πολιτικές  «βαλκανοποίησης» της Ελλάδας κάνει λόγο η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου σχολιάζοντας τη χθεσινή ομιλία του προέδρου της Ε.Ε. Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο.
Στην ανακοίνωσή της η ΕΣΕΕ αναφέρει:
«Ο Πρόεδρος της Ε.Ε. κ. Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο στο χθεσινό του διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό και τις συστάσεις του στους πολιτικούς της χώρας μας, αντί για αναπτυξιακά μέτρα, μας επανέλαβε το πρόγραμμα των 30 γνωστών μέτρων εξόδου από την κρίση.

Η Επιτροπή φαίνεται να επιμένει στην αποτυχημένη συνταγή της ανάδειξης του εργατικού κόστους ως βασικού παράγοντα για το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Είναι σαφές ότι, δεδομένης της αποτυχημένης έκβασης του έως τώρα προγράμματος λιτότητας, η εμμονή στη συγκεκριμένη επιδίωξη πέρα από ορισμένες εμφανείς πολιτικές στοχοθετήσεις – «βαλκανοποίηση» Ελλάδας – είναι δείγμα του δογματισμού με τον οποίο το ευρωπαϊκό κέντρο αντιμετωπίζει την ελληνική κρίση.

Προτάσσεται ένα αίτημα ανάπτυξης το οποίο όμως διασφαλίζει αφενός τη δίκαιη κατανομή του δυνητικά παραγόμενου πλούτου και αφετέρου υπονομεύει το ρόλο της εγχώριας ζήτησης στην αναπτυξιακή δυναμική.
Για ακόμη μία φορά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω του προέδρου της, κ. Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, παρότρυνε την ελληνική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο των προσπαθειών για τον εκσυγχρονισμό της αγοράς εργασίας, να λάβει μέτρα για την προώθηση της ταχείας προσαρμογής του μοναδιαίου ονομαστικού κόστους εργασίας, μέσω μείωσης του τελευταίου στον ιδιωτικό τομέα κατά 15% την περίοδο 2012-2013, ούτως ώστε να καταπολεμηθεί η ανεργία και να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα κόστους της ελληνικής οικονομίας.

Μπορεί το ονομαστικό μοναδιαίο κόστος εργασίας να αποτελεί έναν δείκτη αποτύπωσης της ανταγωνιστικότητας μίας οικονομίας, ωστόσο η περιγραφόμενη μεταβλητή δεν επηρεάζεται μονάχα από τους ονομαστικούς μισθούς, όπως εσκεμμένα έχουν αφήσει να εννοηθεί τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και οι εκπρόσωποι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αλλά λαμβάνει υπόψιν και άλλες συνισταμένες όπως τις τιμές των προϊόντων και των παρεχόμενων υπηρεσιών, την παραγωγικότητα της εργασίας, τη διάρθρωση της οικονομίας και της αγοράς εργασίας καθώς επίσης και το μη εργασιακό κόστος της παραγωγικής διαδικασίας όπως φόροι και ασφαλιστικές εισφορές εργοδοτών και μισθωτών.

Η πλέον ενδεδειγμένη λύση για να ξεκολλήσουμε από το τέλμα στο οποίο έχουμε περιέλθει, είναι η επιχειρούμενη τόνωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων. Ωστόσο, για να επιτευχθεί χρειάζεται η εξισορρόπηση μισθών, τιμών και φόρων.

Παράλληλα, η μη πραγματοποίηση παραγωγικών επενδύσεων, οι οποίες δύνανται να μειώσουν το κόστος παραγωγής μέσω της υιοθέτησης τεχνολογικών μεθόδων και απόκτησης τεχνογνωσίας όσο και η μη ύπαρξη των απαιτούμενων υποδομών (δρόμοι, λιμάνια κ.α.), ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη οικονομιών κλίμακας και μείωσης του μεταφορικού κόστους καταδεικνύουν πως τα προτεινόμενα μέτρα της περαιτέρω αποψίλωσης των ονομαστικών εισοδημάτων οδηγούν στην ουσία σε αδιέξοδο και κοινωνικές εντάσεις.

Επιπλέον, δεν θα πρέπει να αγνοούνται τα στοιχεία που έρχονται στο φως της δημοσιότητας τόσο από εθνικές όσο και από ευρωπαϊκές υπηρεσίες και οργανισμούς όπως η Eurostat, η οποία στο πλαίσιο του τριμηνιαίου δελτίου που εκδίδει και αφορά στο ονομαστικό μοναδιαίο κόστος εργασίας των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα μαζί με την Ιρλανδία ήταν οι μοναδικές χώρες που εμφάνισαν ετήσια μείωση του συνολικού τους μισθολογικού κόστους (μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος για Ελλάδα: -7,5%).

Όσο για την περίφημη «αναμόρφωση» της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας εδώ φαίνεται πραγματικά ανάγλυφη η «διγλωσσία» της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας.

Την ίδια στιγμή που επιβάλλεται άνωθεν η μείωση των μισθών κατά 15%, διατρανώνεται η ανάγκη να ληφθεί υπόψη η έκβαση του κοινωνικού διάλογου - η οποία φυσικά εάν δεν ακολουθεί τις νόρμες της γραφειοκρατίας θα παρακάμπτεται. Σε καμία περίπτωση δεν αποσαφηνίζεται η κατεύθυνση αυτής τη διαδικασίας, ενώ οι διαπραγματεύσεις είναι μάλλον ένας ευφημισμός για την υποβάθμισή τους.

Η αναμόρφωση αφορά μόνο τα εμπλεκόμενα μέρη και η οποιαδήποτε παρότρυνση από παράγοντες οι οποίοι δεν έχουν κανένα λόγο στις συλλογικές διαπραγματεύσεις θεωρείται πρόκληση για την κοινωνική ειρήνη της χώρας.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά τη μυωπική αντίληψη με την οποία έχει προσεγγίσει η Ε.Ε. την ελληνική κρίση χρέους. Ο προσδιορισμός των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας ακολουθεί προκαταλήψεις και στρεβλές εικόνες και το κυριότερο προτείνει συνταγές οι οποίες έχουν ήδη αποτύχει.
 
Καμία κουβέντα δεν γίνεται για την ανεργία που έχει ξεπεράσει το 22%.

Καμία κουβέντα για τις εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεων που έχουν βάλει λουκέτο. Η αναφορά στη χρηματοδότηση των Μμε επιχειρήσεων είναι η ίδια παλιά συνταγή, που ξανασερβίρεται σε ένα πλαίσιο, όπου αγνοείται η βαθύτατη ύφεση στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική αγορά, και το πρόβλημα ορίζεται ως μία τεχνική αδυναμία των πιστωτικών ιδρυμάτων. Δε φαίνεται να προβληματίζει την Επιτροπή το γεγονός ότι λόγω των μειώσεων στα εισοδήματα των καταναλωτών η εγχώρια ζήτηση υφίσταται καθίζηση, με αποτέλεσμα αυτό να έχει άμεση επίπτωση στη βιωσιμότητα της Μμε εμπορικής επιχείρησης.

Εν κατακλείδι, οι πολιτικές προκείμενες της παρέμβασης της Επιτροπής επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά ότι προσπαθούν να διαμορφώσουν ένα νέο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον το οποίο οι εκπρόσωποι της ελληνικής κοινωνίας πρέπει να αναλύσουν έγκαιρα.
 
Από το υποτιθέμενο σχέδιο εξόδου από την κρίση συνάγεται το συμπέρασμα πως εάν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, επιθυμούν την πραγματική τόνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη έμφαση και να επιλύσουν πολύ σοβαρότερα προβλήματα που έχουν να κάνουν με την ανεργία, την ακαμψία των τιμών στην εγχώρια αγορά τροφίμων, την ανεξέλεγκτη επιβάρυνση (φορολογία, ασφαλιστικές εισφορές, φόροι συναλλαγών, δημόσια τέλη κ.λπ.) των επιχειρήσεων και των φυσικών προσώπων».