Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το ποσοστό των Ελλήνων χρηστών ηλεκτρονικών υπολογιστών στη χώρα μας που έχουν αποκτήσει πειρατικό λογισμικό, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Business Software Alliance (BSA) που ανακοινώνονται σήμερα, στο πλαίσιο της Διεθνούς Έρευνας της ΒSA για την Πειρατεία Λογισμικού 2011 (2011 BSA Global Software Piracy Study).
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης επτά στους δέκα χρήστες ηλεκτρονικών υπολογιστών στην Ελλάδα παραδέχονται ότι έχουν αποκτήσει πειρατικό λογισμικό, με αποτέλεσμα το ποσοστό της πειρατείας λογισμικού στην Ελλάδα για το 2011 να ανέλθει στο 61%, το οποίο σημαίνει ότι κατά προσέγγιση 2 στα 3 προγράμματα που εγκαταστάθηκαν από χρήστες ήταν χωρίς άδεια (παράνομα).

Ποσοστό 38% των χρηστών ηλεκτρονικών υπολογιστών που συμμετείχαν στην έρευνα, δήλωσαν ότι λαμβάνουν πειρατικό λογισμικό «περιστασιακά», «πάντα» ή «τις περισσότερες φορές», ενώ 32% δήλωσαν «σπάνια».

Το ποσοστό αυτό είναι αυξημένο κατά 2%, σε σύγκριση με το 59% που καταγράφηκε το 2010, και αντικατοπτρίζει τη σταθερά ανοδική τάση της πειρατείας λογισμικού που καταγράφεται στην Ελλάδα κάθε χρόνο από το 2007. Η δε εμπορική αξία της πειρατείας, για το 2011, αντιστοιχεί σε 247 εκατ. ευρώ.
Με το ποσοστό του 61%, η Ελλάδα κατατάσσεται 3η ανάμεσα στις πρώτες πέντε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα μεγαλύτερα ποσοστά πειρατείας, μετά τη Βουλγαρία (64%) και τη Ρουμανία (63%), και ακολουθούμενη από τη Λετονία και τη Λιθουανία (με ποσοστό 54% και οι δύο), και την Πολωνία (53%). Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, το ποσοστό πειρατείας για το 2011 κυμαίνεται στο 33%, καταγράφοντας μια μείωση της τάξης του 2% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά.

Σε διεθνές επίπεδο, τα στοιχεία της έρευνας καταδεικνύουν ότι τα ποσοστά πειρατείας στις ανερχόμενες αγορές βρίσκονται σε υψηλότερα επίπεδα, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα ποσοστά των πιο ώριμων αγορών – 68% σε σύγκριση με 24% κατά μέσο όρο - ενώ ταυτόχρονα, οι αναπτυσσόμενες αγορές είναι υπεύθυνες για το μεγαλύτερο ποσοστό της αύξησης της εμπορικής αξίας που προκύπτει από την κλοπή λογισμικού.