Ο καλύτερος τρόπος αυτοάμυνας ενός συστήματος είναι να απειλήσει όσους εξαρτώνται από αυτό ότι θα πάψει να υπάρχει. Έτσι και το σημερινό τραπεζικό σύστημα της Ελλάδας, έβγαλε ως διαρροή το Σαββατοκύριακο την  «είδηση» ότι επίκειται πλαφόν στις αναλήψεις από τα καταστήματα και τα ΑΤΜ. Η «είδηση» συνοδεύτηκε από πληροφορίες ότι την μετεκλογική εβδομάδα οι Έλληνες σήκωναν σε ημερήσια βάση περί τα 700 εκατ. ευρώ από τις τράπεζες και πως συνολικά έφυγαν από τα γκισέ σχεδόν 5-6 δισ. ευρώ. Οι πληροφορίες, ενταγμένες στο περιβάλλον ενός ψυχολογικού πολέμου πραγματικά έκαναν τη δουλειά τους: Η ΤτΕ, ως όφειλε διέψευσε το ενδεχόμενο επιβολής πλαφόν, ενώ ο κοσμάκης που όντως σκεφτόταν να σηκώσει τα λεφτά του θα το ξανασκέφτηκε. Διπλά που λέμε, φοβούμενος μήπως η δική του ανάληψη ρίξει το σύστημα… 

Ας δούμε τώρα, ποια απ όλα αυτά είναι η πραγματικότητα, και ποια ανήκουν στην σφαίρα της φαντασίας.
  

Πόσα χρήματα έφυγαν από την Ελλάδα; 


Οι καταθέσεις των Ελλήνων άγγιξαν τα 240 δισ. ευρώ το 2009 και σήμερα έχουν πέσει στα 158-160 δισ.  Αυτό σημαίνει ότι κάπου 80 δισ., έφυγαν από τις ελληνικές τράπεζες δυσχεραίνοντας τραγικά όχι μόνο την καθημερινότητα, αλλά και τη δυνατότητα τους να σταθούν στα πόδια τους σε επίπεδο λιανικής. Δηλαδή άσχετα από τις υποβαθμίσεις λόγω της ανάληψης ελληνικούς χρέους, οι τράπεζες, έχαναν καταθέσεις που τις κάνουν ικανές να λειτουργήσουν σε καθημερινό επίπεδο. 
 

Πού πήγαν τα χρήματα; Είναι νόμιμη η μεταφορά τους; 


Το πρώτο κύμα των καταθέσεων που έφυγαν από την Ελλάδα έγινε από τους λεγόμενους «ισχυρούς του χρήματος» στις αρχές του 2010, και είχε προορισμό χώρες της ευρωζώνης (Γερμανία, Βρετανία, Κύπρο) και την Ελβετία. Η μεταφορά του χρήματος εντός ευρωζώνης είναι απολύτως νόμιμη, εφόσον γίνεται διατραπεζικά (η μεταβιβάζουσα τράπεζα, εγγυάται την προέλευση και την νομιμότητα του χρήματος που μεταβιβάζει) είτε εφόσον καλύπτεται από φορολογικές διαβεβαιώσεις του καταθέτη. Ακολούθως όμως τα περισσότερα από τα χρήματα που «τραβήχτηκαν από το σύστημα», είχαν προορισμό τις εφορίες και το ελληνικό δημόσιο,  ή και την κάλυψη υποχρεώσεων των καταθετών, ως απόρροια της κρίσης (υψηλότερη φορολογία, απώλεια θέσεων εργασίας, κλπ.).    


Είναι φυσιολογική η μαζική ανάληψη από τους πολίτες;


Η φυγή κεφαλαίων με χαμηλό ρυθμό δεν προκαλεί πανικό. Αλλά αυτό μπορεί γρήγορα να αλλάξει εάν υπάρξει μια ξαφνική απώλεια εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα. Συνήθως η μαζική  εκροή των καταθέσεων είναι ένα βήμα πριν τις κινήσεις πανικού που παρακολουθούμε συνήθως σε υπό κατάρρευση τραπεζικά συστήματα. Αυτό πρέπει να το αναλογιστεί κανείς ιδιαίτερα στις επόμενες εβδομάδες πριν τις εκλογές. Το Σεπτέμβριο του 2008 οι καταθέτες έχασαν την εμπιστοσύνη τους στη βρετανική Northern Rock σε ένα βράδυ, περιμένοντας για ώρες στις ουρές τις ημέρες που ακολούθησαν, για να «σηκώσουν» τα χρήματά τους, παρά το ότι οι καταθέσεις τους ήταν εγγυημένες. Τελικά η βρετανική κυβέρνηση κατέληξε να κρατικοποιήσει την τράπεζα. Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι η εκροή καταθέσεων εξελίσσεται εδώ και δύο χρόνια. Αυτό που βιώνουμε γενικότερα στην ευρωζώνη είναι ένα σταδιακό bank run.
 

Αντιμετωπίζεται (και πως) μια μαζική φυγή χρήματος ;


Το βασικό θέμα είναι η παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία σκοπό έχει να αντικαταστήσει την απώλεια χρηματοδότησης λόγω αθρόων αναλήψεων.  Αυτή η ένεση ρευστότητας ανήλθε στα περίπου €60 δισεκατομμύρια  κατά την τελευταία καταμέτρηση αν και τα επίπεδα της δεν είναι ευρέως γνωστά. Σε επίπεδο λιανικής οι τράπεζες προσπαθούν με έμμεσους τρόπους να συγκρατήσουν τη φυγή των καταθέσεων, όπως με αύξηση των επιτοκίων ακόμη και σε 7% για την ανανέωση τρίμηνης προθεσμιακές καταθέσεις. Επίσης, ανεπίσημα θέτουν όρια για τα εμβάσματα προς χώρες του εξωτερικού. Παρ όλα αυτά τα καταστήματα δέχονται διαρκώς αναρίθμητα τηλεφωνήματα από πελάτες που αναζητούν πληροφορίες για μεταφορά των χρημάτων τους ή για την αγορά γερμανικών ομολόγων που θεωρούνται προορισμός ασφαλείας.
 

Πως μπορεί να στηριχτούν οι ελληνικές τράπεζες και να μην κλείσουν από τις μαζικές αναλήψεις; 


Το συμβούλιο της ΕΚΤ έχει εγκρίνει (έμμεσα) τη χρήση της εθνικής ΤτΕ για παροχή έκτακτης ρευστότητας σε βραχυπρόθεσμη βάση. Το κακό είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν εξαντλήσει τις εγγυήσεις της ΕΚΤ και πλέον έχουν πρόσβαση μόνο στην έκτακτη ρευστότητα της Τράπεζας της Ελλάδος αλλά και στην περίπτωση αυτή οι εγγυήσεις, συνήθως με τη μορφή δανείων, δεν είναι απεριόριστες. Έχουν ήδη δανειστεί 60 δις.  ευρω μέσω του μηχανισμού ρευστότητας, τα οποία αντιστοιχούν σε 120 δισ. ευρώ εγγυήσεις αν υποθέσουμε ένα κούρεμα της τάξεως του 50%. Τα ανεξόφλητα δάνεια ανέρχονται σε 250 δισ. ευρώ. Άρα οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να αντλήσουν εγγυήσεις ως 130 δις. ευρώ, κάτι που σημαίνει ότι το ανώτατο επιτρεπτό όριο ρευστότητας που μπορούν πια να αντλήσουν από την Τράπεζα της Ελλάδος είναι τα 65 δισ. ευρώ. Αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 40% των ελληνικών τραπεζικών καταθέσεων που ήταν 170 δις. στο τέλος Μαρτίου και κοντά στα 160 δισ. σήμερα.. 
 

Μπορεί να επέλθει κραχ ή αναγκαστική «διέξοδος» σε εθνικός νόμισμα από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εάν οι καταθέτες συνεχίζουν να σηκώνουν χρήματα; 


Το αληθινό μέγιστο ποσό που οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να δανειστούν μέσω του μηχανισμού ρευστότητας είναι στην πραγματικότητα πολύ μικρότερο αφού δεν γίνονται όλα τα δάνεια αποδεκτά ως εγγυήσεις έναντι ρευστότητας από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η εναλλακτική λύση είναι να επιτραπεί στις ελληνικές τράπεζες να αυξήσει τις κρατικές εγγυήσεις αλλά η ΕΚΤ μπορεί, με πλειοψηφία 2/3, να εμποδίσει την απότομη και μη βιώσιμη αύξηση της παροχής ρευστότητας μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος. Αυτό ουσιαστικά θα απόκοπτε την Τράπεζα της Ελλάδος από το TARGET2 και θα την ανάγκαζε τελικά να εκδώσει το δικό της νόμισμα.
 

Κάτι τέτοιο μπορεί να σημάνει το τέλος του ελληνικού ευρώ ή όχι; 


Οι υποχρεώσεις της Τράπεζας της Ελλάδος προς τις άλλες κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης βρίσκονται εντός του TARGET2. Σήμερα οι υποχρεώσεις αυτές ανέρχονται περίπου στα 100 δισ. ευρώ. Αυτό αποτελεί σημαντικό βάρος που θα επωμιστούν τα υπόλοιπα μέλη  της ευρωζώνης. Η απότομη αύξηση παροχής ρευστότητας θα αύξανε ακόμα και αυτό το ήδη μεγάλο ποσό, που ουσιαστικά είναι η τιμή εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ. Αλλά από ότι φαίνεται θα είναι και ο αποφασιστικός παράγοντας.
 

Πόσο σίγουρη μπορεί να είναι μια ελληνική τράπεζα για έναν καταθέτη; 


Το ελληνικό δημόσιο εξακολουθεί να διατηρεί την εγγύηση της κυβέρνησης Καραμανλή για ποσό έως 100.000 ευρώ, ανά πρόσωπο, ανά τράπεζα. Εφόσον η τράπεζα διατηρείται σε εμπορική λειτουργία, το όριο είναι αυτό. Αυτό που δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς είναι εάν σε περίπτωση κρατικοποίησης της τράπεζας η εγγύηση θα είναι σε ρευστό ή σε εγγυήσεις, δηλαδή σε ομόλογα και ποια μπορεί να είναι η σχέση ρευστού προς ομόλογα σε συνάρτηση με τον χρόνο. 



Joffrey Postman