Διάλυση ή μερική ομοσπονδιοποίηση είναι οι δύο δρόμοι που μπορεί να ακολουθήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση γράφει ο Economist θεωρώντας ότι η δεύτερη λύση είναι λιγότερο επώδυνη από την πρώτη.

Το δημοσίευμα αναφέρει ότι ο ένας δρόμος είναι η διάλυση της νομισματικής ένωσης με όλες τις οικονομικές και πολιτικές συνέπειες που συνεπάγεται. Ο άλλος αφορά την περαιτέρω ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με αναδιανομή του πλούτου στα κράτη-μέλη, όπως και την μεγαλύτερη εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας.

To βρετανικό περιοδικό τονίζει ότι όσο διαρκεί η κρίση χρέους οι ηγέτες της Ε.Ε. απέφευγαν να επιλέξουν μία από τις δύο, όμως έχει έρθει η ώρα να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις.

Πρόκειται για ένα τεστ για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση των τελευταίων έξι δεκαετιών, ενώ επισημαίνεται ότι η κρίσιμη επιλογή μπορεί να γίνει μόνο από το Βερολίνο, η οποία αυτή τη στιγμή «διαβρώνει την πεποίθηση ότι το ευρώ έχει μέλλον».

Θεωρεί ότι ενώ η διάσωση της ευρωζώνης είναι καλύτερη από τη διάλυσή της, η πλήρης πολιτική ένωση που ονειρεύονται οι φεντεραλιστές όπως ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δε συνάδει με τη βούληση των Ευρωπαίων πολιτών.

Ο Economist υπογραμμίζει ότι η ευρωζώνη χρειάζεται ένα σχέδιο, ανεξάρτητα από την τύχη της Ελλάδας, συμπληρώνοντας όμως ότι η περαιτέρω ομοσπονδιοποιήση προβληματίζει πολλούς Ευρωπαίους αφού αποτελεί ρίσκο, όμως ο χρόνος λιγοστεύει.

Στην αναφορά για το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, ο Economist εκτιμά ότι ναι μεν μεσοπρόθεσμα θα δημιουργηθούν προοπτικές ανάκαμψης για τη χώρα μας, αλλά το βραχυπρόθεσμο κόστος θα είναι πολύ μεγάλο, με τράπεζες και επιχειρήσεις να καταρρέουν, που θα οδηγήσουν σε πτώση της αξίας των μετοχών παγκοσμίως, κλονισμό του τραπεζικού συστήματος στην Ευρώπη, κάμψη της παραγωγής, ακόμα και αμφισβήτηση της νομικής υπόστασης των ευρωπαϊκών οργάνων.

O Economist αναφέρει συγκεκριμένα γνωρίσματα που θα πρέπει να έχει το μοντέλο της περιορισμένης ομοσπονδίας. Θα πρέπει να βασιστεί από άποψη οικονομική σε ένα πανευρωπαϊκό σύστημα εποπτείας των τραπεζών, ανακεφαλαιοποίησή τους, παροχή ευρωπαϊκών εγγυήσεων για τις καταθέσεις και νέο κανονιστικό πλαίσιο για τον τραπεζικό κλάδο. Παράλληλα, προβλέπει την έκδοση ευρωομολόγου, με περιορισμόυς (για περιορισμένα ποσά και χρονικό διάστημα) και θα καλύπτει τα χρέη χωρών-μελών από το 60% (ως ποσοστό του ΑΕΠ) και πάνω.

Η παραπάνω ρύθμιση θα δημιουργούσε μία αγορά ομολόγων 2,3 τρισεκατομμυρίων ευρώ που θα αποπληρώνονταν σε μια 25ετία, μέσω ειδικών φόρων σε κάθε χώρα.

Οι συνέπειες της ελληνικής εξόδου

Για τη χώρα μας, το περιοδικό επισημαίνει ότι θα χρειαζόταν ένα ακόμα πακέτο διάσωσης πριν ενταχθεί σε αυτό το μηχανισμό, ενώ κάνει και τον «λογαριασμό» μια ενδεχόμενης εξόδου από τη νομισματική ένωση.

Ο Εconomist σημειώνει ότι από το Μάρτιο η Ελλάδα έχει λάβει τα μισά χρήματα από το ποσό των 145 δισεκατομμυρίων ευρώ που περιμένει από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό και 1,6 δισ. από τα 28 δισ. που έχει λαμβάνειν από το ΔΝΤ. Σε περίπτωση που σταματήσει η ροή χρήματος από τους πιστωτές, τότε η ΕΚΤ πιθανώς θα σταματήσει την παροχή ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες. Η ελληνική κυβέρνηση θα υποχρεωθεί ίσως αρχικά να εκδώσει υποσχετικές για τις εγχώριες συναλλαγές πριν καταφύγει τελικά στην επαναφορά εθνικού νομίσματος το οποίο ίσως υποτιμηθεί έως και 50% σε σχέση με το ευρώ.

Το αρχικό διάστημα θα είναι πολύ δύσκολη, επισημαίνει το περιοδικό, επικαλούμενο τις εκτιμήσεις των αναλυτών της UBS που προβλέπουν μείωση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 40%-50% τον πρώτο χρόνο και έξοδο της χώρας από την ΕΕ. Σε περίπτωση παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εξόδου μόνο από το ευρώ, αναλυτές της ING εκτιμούν ότι η μείωση του ελληνικού ΑΕΠ τον πρώτο χρόνο θα φτάσει το 7,5%.

Το δημοσίευμα συνεχίζει προσθέτοντας ότι από τον επόμενο χρόνο η Ελλάδα θα είναι σε θέση να δει τα οφέλη της υποτίμησης του νομίσματός της, με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της και ώθηση για τον τουρισμό, εάν φυσικά παραμείνει ασφαλής προορισμός γράφει με γλαφυρό τρόπο το δημοσίευμα.

Παράλληλα, οι ελληνικές εξελίξεις θα προκαλέσουν αλυσιδωτές αντιδράσεις στην ευρωζώνη, αφού η ΕΚΤ εκτός από την αγορά ελληνικών ομολόγων αξίας 40 δισεκατομμυρίων ευρώ είναι εκτεθειμένη στην ελληνική οικονομία με 130 δισεκατομμύρια, κάνοντας λόγο για ανυπολόγιστες συνέπειες της μετάδοσης της κρίσης.