Οι δηλώσεις του νέου Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για πιθανή προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης, σε περίπτωση που δεν εξυγιανθούν τα δημόσια οικονομικά της Κύπρου, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, αλλά και προβληματισμών για την παράλληλη κρίση που έχει ξεσπάσει στη νήσο, ως αποτέλεσμα της έκθεσης της οικονομίας της στο ελληνικό χρέος.

Η αλήθεια της Κύπρου είναι περίπλοκη, πολυεπίπεδη και σίγουρα όχι Ελληνική.

Και αυτό γιατί πρόκειται για μια οικονομία που εξαρτάται άμεσα από τη διεθνή διπλωματία και την χάραξη της εξωτερικής της πολιτικής.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Η κρίση στην Κύπρο διαφάνηκε πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, όταν η ίδια η ευρωζώνη αντιμετώπιζε το μεγάλη κρίση που είχε ξεσπάσει στην Ελλάδα, αλλά και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Πορτογαλία και η Ιρλανδία. Την ίδια στιγμή, στο προσκήνιο έμπαινε δυστυχώς και η Ισπανία με την Ιταλία, με την πρώτη να βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση που επιδεινώθηκε γρήγορα, με αποτέλεσμα τώρα να απειλείται με κατάρρευση.

Η Κύπρος ως μέλος της ευρωζώνης δεν θα μπορούσε να μην επηρεαστεί, όμως η έκθεση της στις ελληνικές τράπεζες και το χρέος ήταν μεγάλη, με αποτέλεσμα οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης να υποβαθμίζουν την πιστοληπτική της ικανότητα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ την περίοδο της παγκόσμιας ύφεσης τη διετία 2007-2009, η πιστοληπτική ικανότητα της Κύπρου αναβαθμιζόταν. Για του λόγου το αληθές, στις 3/1/2008 η Moody's είχε αναβαθμίσει την Κύπρο από Α1 σε Αα3, δηλαδή από την πέμπτη στην τέταρτη ψηλότερη θέση.  

Τρία χρόνια αργότερα και ενώ η κρίση στην Ελλάδα φούντωνε επικίνδυνα ο Moody’s στις 24/02/2011 την υποβάθμισε από Αα3 σε Α2, δηλαδή από την τέταρτη στην έκτη θέση.
 
Από το 2011 λοιπόν η Κύπρος αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη οικονομική δυσχέρεια που έχει γνωρίσει ποτέ από το 1974.

Είναι γεγονός πως τα δημόσια οικονομικά της χώρας έχουν εκτροχιαστεί, ενώ το δημόσιο χρέος έχει ανέλθει πια εν έτει 2012 στο 72%, από 48% που ήταν προ κρίσης.

 Τα προβλήματα και οι παθογένειες του Δημοσίου τομέα φαίνεται ότι είναι «ελληνικής κοπής», ενώ η χώρα έχει βρεθεί να ψάχνει περίπου 2 δισ. ευρώ προκειμένου να μην προσφύγει στο μηχανισμό στήριξης.  Και αυτό γιατί στην Κύπρο, όπως και στη χώρα μας, ο κρατικός μηχανισμός είναι τεράστιος, με υπαλλήλους που αμείβονται με αστρονομικούς μισθούς και επιδόματα.

Μέσα σε όλα αυτά όμως είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε πως οι προοπτικές της Κύπρου δεν μπορούν να είναι ίδιες με της Ελλάδας, γιατί όπως είπαμε και παραπάνω, ο διεθνής παράγοντας είναι αυτός που διαφοροποιεί τα πάντα.

Η Κύπρος μπόρεσε πριν από περίπου ένα χρόνο να συνάψει δάνειο με τη Ρωσία, προκαλώντας από τη μία την «οργή» των υπόλοιπων μελών της ευρωζώνης και από την άλλη την ανακούφιση στο Κυπριακό τραπεζικό σύστημα.

Επιπλέον, και παρά τα προβλήματα και τα μέτρα λιτότητας που έχουν ληφθεί τον τελευταίο καιρό από την κυπριακή κυβέρνηση, η Κύπρος εξακολουθεί να αποτελεί χώρα εγκατάστασης ξένων επιχειρήσεων. Είναι προφανές ότι ο χαμηλός σχετικά φόρος του 10% στις επιχειρήσεις βοηθά στην ανάπτυξη και τις νέες επενδύσεις στο νησί.

Παράλληλα, η βαριά βιομηχανία του τουρισμού και μάλιστα του πολυτελούς τουρισμού, μετά την καθίζηση του 2010, έχει ανακάμψει, αφού τα στοιχεία μιλούν για μια αύξηση 10%, με τις προοπτικές να παραμένουν αισιόδοξες.

Τελευταίο «χαρτί» της Κύπρου είναι και οι φυσικοί πόροι του, αφού η εκμετάλλευση του φυσικού αερίου έχει φέρει επενδυτικό ενδιαφέρον από το Ισραήλ και την Ρωσία, με το κέρδος για το κυπριακό κράτος να είναι μεγάλο - με την προϋπόθεση βέβαια ότι τα έργα θα ολοκληρωθούν και θα λειτουργούν κανονικά.

Με άλλα λόγια, η Κύπρος είναι ικανή να αποφύγει ένα μηχανισμό στήριξης παρόμοιο με εκείνο της Ελλάδας, αν αποφασίσει να διορθώσει προβλήματα δαπανών στο δημόσιο τομέα και δώσει έμφαση στα προαναφερόμενα τρία δυνατά της χαρτιά.

Α.Α.