Στην αναγκαιότητα της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών αναφέρεται μεταξύ άλλων η Eurobank στην τελευταία της οικονομική έκθεση με τίτλο: «ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΑΓΟΡΕΣ: Μελέτη: Ελληνικό Τραπεζικό Σύστημα Μέτρα Ενίσχυσης Ρευστότητας Χρηματοδότηση Πραγματικής Οικονομίας».

Σύμφωνα με τους αναλυτές της τράπεζας, μετά το ξέσπασμα της πρωτόγνωρης δημοσιονομικής κρίσης στην χώρα δεν υπήρξε η αναγκαία πλεονάζουσα ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα, η οποία θα μπορούσε να διοχετευθεί στην πραγματική οικονομία. Τουναντίον, αναφέρεται, οι τράπεζες έχουν προστατέψει τους πελάτες τους, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, αφού παρά τη μεγάλη μείωση των καταθέσεων την τελευταία τριετία, οι συνολικές χορηγήσεις προς τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα παραμένουν κοντά στα επίπεδα που ήταν στα τέλη του 2009. Η εξέλιξη αυτή απέτρεψε μια μεγάλη απομόχλευση της οικονομίας η οποία θα επιδείνωνε, σε δραματικό βαθμό, την ήδη επώδυνη ύφεση.


Επίσης, αναφέρεται ότι η νέα δανειακή σύμβαση που πρόσφατα υπέγραψε η Ελλάδα με τους επίσημους δανειστές της προβλέπει συνολική χρηματοδότηση ύψους 50 δισ. ευρώ για την ανακεφαλαιοποίηση των βιώσιμων ελληνικών τραπεζών. Πρωτίστως, το πρόγραμμα ανακεφαλαιοποίησης στοχεύει στην αναπλήρωση των ζημιών στην κεφαλαιακή θέση των τραπεζών που προκλήθηκε από το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων (PSI), μέσω του οποίου μειώθηκε, μεν, σημαντικά το δημόσιο χρέος αλλά ζημιώθηκαν οι τράπεζες και οι μέτοχοί τους. Μέρος της δόσης αυτής (ύψους 18 δισ. ευρώ) διατέθηκε πρόσφατα στις τέσσερις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες έναντι μελλοντικής αύξησης κεφαλαίου. Η κίνηση αυτή, πέραν των θετικών επιπτώσεων που έχει στην κεφαλαιακή διάθρωση των τραπεζών, ενισχύει σημαντικά τα ενέχυρα στα χαρτοφυλάκια τους που είναι αποδεκτά από το Ευρωσύστημα για άντληση ρευστότητας, θωρακίζοντας έτσι σημαντικά το τραπεζικό σύστημα από περαιτέρω αναταράξεις.


Η επιτυχής και άμεση ολοκλήρωση του προγράμματος ανακεφαλαιοποίησης με τη συμμετοχή και ιδιωτικών κεφαλαίων είναι απολύτως αναγκαία, έτσι ώστε να εξασφαλιστούν οι απαιτούμενοι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας για την αποκατάσταση της ευρωστίας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Τα ανωτέρω αποτελούν, με τη σειρά τους, βασική προϋπόθεση για τη σταδιακή βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και την επιστροφή σε θετικούς και βιώσιμους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Η συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων αναμένεται επίσης να συμβάλει στη μεγιστοποίηση των εσόδων για το Ελληνικό Δημόσιο που θα προκύψει από τη μελλοντική πώληση της κρατικής συμμετοχής στις τράπεζες σε ποσό σημαντικά υψηλότερο αυτού που συντηρητικά εκτιμάται από το Μνημόνιο (16 δισ. ευρώ), ενώ θα έχουν επενδυθεί σε τραπεζικά κεφάλαια περί τα 50 δισ. ευρώ.


Η έκθεση τέλος εξηγεί γιατί το δυνητικό κόστος από ένα οριζόντιο, γενικευμένο και χωρίς κριτήρια κούρεμα των τραπεζικών δανείων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, είναι άδικο, οδηγεί σε ανακατανομή του εισοδήματος εις βάρος εκείνων που δεν έχουν δανειστεί ή αποπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους κανονικά, νοθεύει τον υγιή ανταγωνισμό και υπονομεύει τα συναλλακτικά ήθη. «Τελικά, το βάρος αυτής της πολιτικής θα το επωμίζονταν ξανά, υπό τις τρέχουσες συνθήκες, οι συνεπείς Έλληνες φορολογούμενοι» αναφέρει η τράπεζα.



Διαβάστε εδώ αναλυτικά τη μελέτη της Eurobank