Ο μόνος τρόπος, με τον οποίο μπορεί να αποφευχθούν ενέργειες που οδηγούν τη χώρα σε εξαιρετικά επικίνδυνες περιπέτειες είναι με την έγκαιρη εγκατάλειψη κάθε σκέψης για κατάργηση του Μνημονίου και των δανειακών συμβάσεων και με την εντατική και αποτελεσματική προώθηση του Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων, σε συνδυασμό με τις απόλυτα αναγκαίες πολιτικές για ανάκαμψη της οικονομίας και για είσοδό της σε πορεία ανταγωνιστικής ανάπτυξης. Αυτό αναφέρει στο εβδομαδιαίο οικονομικό δελτίο της η Alpha Bank για την πορεία της οικονομίας.


Σύμφωνα με τους αναλυτές της τράπεζας «απαιτείται η εξασφάλιση συνθηκών για αυτόνομη πορεία της χώρας με νηφαλιότητα, εργατικότητα, ανταγωνιστικότητα, ανάπτυξη και, προπαντός, ασφάλεια αποταμιεύσεων, χωρίς ελλείμματα και επίμονους και ενοχλητικούς δανειστές».


Μια καταγγελία του Μνημονίου, στα βασικά του σημεία, αναφέρεται στο δελτίο, ισοδυναμεί με παύση της χρηματοδότησης της χώρας από το 1ο και το 2ο Πακέτο Χρηματοδοτικής Ενίσχυσης και από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), πράγμα που θα οδηγήσει σε αδυναμία του ελληνικού δημοσίου για πληρωμή μισθών και συντάξεων καθώς και για κάλυψη των δαπανών για την Υγεία (ήδη ο ΕΟΠΠΥ και τα νοσοκομεία υπο-χρηματοδοτούνται διότι δεν έχουν ληφθεί οι δόσεις των δανείων από την ΖτΕ και το ΔΝΤ) και την Παιδεία και για άλλες δημόσιες δαπάνες. Η ενδεχόμενη τότε απόφαση για διακοπή της εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών μας από τόκους και από δάνεια έναντι της Ζώνης του Ευρώ, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ (που αποτελούν σήμερα τα ¾ των δανειακών μας υποχρεώσεων και είναι δάνεια που μας διατέθηκαν για να καλύψουν τις δικές μας ανάγκες στο πλαίσιο της κοινοτικής αλληλεγγύης) θα οδηγήσει τη χώρα σε πλήρη απομόνωση και ακόμη πιο οδυνηρές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.


Την ίδια ώρα οι αναλυτές της τράπεζας επιρρίπτουν ευθύνες στα πολιτικά κόμματα τα οποία όπως αναφέρει, αντιμετωπίζουν με «αβάστακτη ελαφρότητα» τα θέματα αυτά, γνωρίζοντας ότι η εκπεφρασμένη βούληση της κοινής γνώμης είναι για την διατήρηση του Ευρώ σε ποσοστό άνω του 80%, και μάλιστα το 65,2% επιθυμεί την διατήρηση του Ευρώ ακόμη και αν αυτό απαιτεί τήρηση του Μνημονίου με ότι αυτό συνεπάγεται.


Η γενικότερη συμμόρφωση προς το Μνημόνιο δεν θα έπρεπε, λοιπόν, να αμφισβητείται καθώς κάποιου είδους περιορισμένη και στοχευμένη επαναδιαπραγμάτευση είναι σε κάθε περίπτωση και επιθυμητή και εφικτή, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη το κλίμα που έχει διαμορφωθεί μετά τις εκλογές στην Ελλάδα και στην Γαλλία και τις δυσοίωνες προοπτικές στις οικονομίες της Ισπανίας και της Ιταλίας.


«Παρόλα αυτά η πολιτική αντιπαράθεση διεξάγεται με τρόπο που πλήττει την οικονομική σταθερότητα. Οι πολίτες βομβαρδίζονται καθημερινά με αναλύσεις για την επιστροφή στην δραχμή, που κάποιοι επιδιώκουν και άλλοι αντιμάχονται, με αποτέλεσμα το τραπεζικό σύστημα να υφίσταται τις επιπτώσεις της αβεβαιότητας. Ουδέποτε στο παρελθόν υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις έχουν τόσο αδιαφορήσει για τις επιπτώσεις στην οικονομία των πολιτικών τους στρατηγικών και επιδιώξεων.» καταλήγει η Alpha Bank.