Εξαιτίας του ενδιαφέροντος που έχει ήδη εκδηλωθεί από επενδυτές για όλους τους ενεργειακούς τομείς – ηλεκτροπαραγωγή, δίκτυα ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου και δίκτυα διανομής πετρελαίου, η Ελλάδα μπορεί το προσεχές διάστημα να βρεθεί στο επίκεντρο των εξελίξεων, αναφέρει η Ernst & Young σε έκθεσή της με τίτλο «Power Transactions and Trends», η οποία αφορά στις συναλλαγές και τις τάσεις στον ενεργειακό τομέα παγκοσμίως. 


Στην έκθεση  επισημαίνεται ότι η επίτευξη πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις τόνωσης του επενδυτικού ενδιαφέροντος.


Η επανεμφάνιση του φυσικού αερίου ως η προτιμώμενη πηγή καυσίμου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, έχει σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στις συγχωνεύσεις και εξαγορές στις εταιρείες παραγωγής ενέργειας και κοινής ωφέλειας.


«Ο συνδυασμός της συνεχιζόμενης οικονομικής αβεβαιότητας, της στενότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών και των ανισορροπιών στις διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου, οδήγησε σε μείωση κατά 30% του συνολικού όγκου των συμφωνιών, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2012, έναντι του τέταρτου τριμήνου του 2011 και κατά 16%, σε ετήσια βάση των εταιρικών συμφωνιών.


Tο α' τρίμηνο του 2012 παρουσιάστηκε μείωση της αξίας συμφωνιών στον τομέα της ενέργειας, παγκοσμίως, κατά 55%, σε ετήσια βάση, κυρίως, λόγω της μειωμένης δραστηριότητας συγχωνεύσεων και εξαγορών και της αργής ανάκαμψης της διεθνούς οικονομίας. Όμως, η πρόσφατη δραστηριότητα στον τομέα της παραγωγής ενέργειας, αντιστάθηκε στην πτωτική τάση και οδήγησε σε αύξηση της συνολικής αξίας των συμφωνιών στον συγκεκριμένο τομέα, το πρώτο τρίμηνο του 2012, κατά 20% έναντι του τελευταίου τριμήνου του 2011.


Η συνολική αξία των συμφωνιών έφθασε τα 26 δισ. δολάρια, με την παραγωγή ενέργειας να συνεισφέρει το 63% του συνόλου, διεθνώς. Αυτό οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην τροποποιημένη προσφορά 10 δισ. δολαρίων της GDF Suez για το υπολειπόμενο μετοχικό κεφάλαιο της International Power Plc, η οποία έγινε στα τέλη Μαρτίου του 2012.