Υπέρ ενός μηχανισμού επιμερισμού χρεών τάχθηκε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο οποίος θα συνδυαζόταν με μία ενίσχυση της δημοσιονομικής επιτήρησης των κρατών. Με τον τρόπο αυτό, επιβεβαιώθηκε η θέση του Κοινοβουλίου για την έκδοση των ευρωομολόγων. 

 

Οι ευρωβουλευτές, με μεγάλη πλειοψηφία, ενέκριναν δύο εκθέσεις, το λεγόμενο «δίπτυχο πακέτο» (two pack), που προτείνουν την ενίσχυση των εξουσιών της Κομισιόν στην επιτήρηση των κρατικών προϋπολογισμών, όπως επίσης και τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ταμείου για την χαλάρωση των χρεών που ξεπερνούν το 60% του ΑΕΠ των χωρών μελών.


Η πρώτη έκθεση εγκρίθηκε με 471 θετικές ψήφους, έναντι 97 αρνητικών και 78 αποχών, ενώ η δεύτερη, η οποία και περιείχε τις προτάσεις για τον επιμερισμό του χρέους, με 501 ψήφους υπέρ (138 κατά και 36 αποχές). Απομένει μία τελική ψηφοφορία στην αίθουσα του Ευρωκοινοβουλίου, όμως ήδη έχουν δρομολογηθεί οι σχετικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των κρατών μελών.

Το νέο νομοθετικό πακέτο για την οικονομική διαχείριση, πρόκειται να συμπληρώσει το προϋπάρχον εξάπτυχο πακέτο (six pack), το οποίο κατά κύριο λόγο θέσπιζε τον ενισχυμένο μηχανισμό τιμωρίας των χωρών των οποίων το δημόσιο έλλειμμα υπερέβαινε το 3%.


Σύμφωνα με τις αυξημένες αρμοδιότητές της, που προβλέπονται από το διμερές πακέτο, η Κομισιόν μπορεί να παρεμβαίνει ζητώντας από τα κράτη να λάβουν μέτρα, ώστε να ρυθμίσουν τους προϋπολογισμούς τους, ή να αξιώνει να της κατατίθενται νέα σχέδια για μείωση του χρέους. Όπως, όμως, επισημαίνει το Ευρωκοινοβούλιο, αυτό «δεν δίνει λευκή επιταγή» στην Επιτροπή.


Πέραν των νέων προβλέψεων για το δημοσιονομικό, οι Ευρωβουλευτές τροποποίησαν σημαντικά το «δίπτυχο πακέτο», ώστε να προστεθεί σε αυτό και η παράμετρος της ανάπτυξης. Μία σημαντική συνέπεια αυτού είναι και η πρόταση για τη θέσπιση ταμείου χαλάρωσης των χρεών. Το τμήμα εκείνο των εθνικών χρεών πέραν του 60% του ΑΕΠ θα αποπληρώνεται εντός μίας 25ετίας, με ένα λελογισμένο επιτόκιο.


Το «δίπτυχο πακέτο» καλεί επίσης την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει εργαλεία για την ενίσχυση της ανάπτυξης, καθώς και την αξιοποίηση περίπου του 1% του ΑΕΠ για μία 10ετία στην κατεύθυνση των επενδύσεων στις υποδομές, καθώς και την κατάρτιση ενός οδικού χάρτη για την έκδοση ευρωομολόγου.