Πέντε κρίσιμες στρατηγικές διαχείρισης της ακίνητης κρατικής περιουσίας εξετάζει μελέτη της Deloitte με τίτλο «Office Politics: Βελτιώνοντας τη Διαχείριση των Δημόσιων Περιουσιακών Στοιχείων».

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, τα κράτη κατατάσσονται μεταξύ των μεγαλύτερων ιδιοκτητών ακίνητης περιουσίας στον κόσμο. Το 2009, οι πωλήσεις κρατικών περιουσιακών στοιχείων στην Ευρώπη ανήλθαν στα 840 εκατ. ευρώ.


Η συγκεκριμένη μελέτη είναι εξαιρετικά επίκαιρη και για την Ελλάδα. Παρά το γεγονός ότι είχε τεθεί ως στόχος η συγκέντρωση 50 δισ. ευρώ από την προς πώληση κρατική ακίνητη περιουσία, μόλις 180 εκατ. ευρώ είχαν συγκεντρωθεί μέχρι τον περασμένο Φεβρουάριο, επισημαίνεται στην ίδια μελέτη.


Σε αυτό το πλαίσιο, ο Νίκος Σοφιανός, πρόεδρος της Deloitte Ελλάδας υπογράμμισε: «Δυστυχώς στη χώρα μας επικρατεί μεγάλη σύγχυση σε ότι αφορά τη δημόσια περιουσία ή πλούτο, όπως συχνά αναφέρεται, και την εκμετάλλευσή του. Οι συζητήσεις που γίνονται είναι εντελώς θεωρητικές και εστιάζονται στην πολιτική διάσταση του θέματος. Η σύγχυση είναι ακόμη μεγαλύτερη σε ό,τι αφορά την κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων, η οποία συνδέεται άμεσα με την πρόσοδο και γενικά την ωφέλεια που προκύπτει από την εκμετάλλευσή τους, ποιοι τη δικαιούνται και πώς κατανέμεται στους δικαιούχους. Είναι λογικό βέβαια να θεωρείται ο ιδιοκτήτης ως ο νόμιμος δικαιούχος της ωφέλειας και συνεπώς να συνδέεται η μεταβίβαση της κυριότητας με την απώλεια του δικαιώματος αυτού. Ωστόσο, η εκμετάλλευση στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται και η ιδιωτικοποίηση, δεν σημαίνει απαραίτητα πώληση».


Η μελέτη της Deloitte προτείνει πέντε κρίσιμες στρατηγικές διαχείρισης των κρατικών περιουσιακών στοιχείων σε μια περίοδο συρρίκνωσης των προϋπολογισμών και μεταβαλλόμενων αναγκών:

1.
Η διαχείριση της ακίνητης περιουσίας και η παροχή μεγαλύτερου βαθμού ελευθερίας στους διαχειριστές της θα πρέπει να καταστεί προτεραιότητα.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η επικρατούσα κουλτούρα γύρω από τη διαχείριση της κρατικής περιουσίας θα πρέπει να επανεξεταστεί, ώστε να καταστούν εφικτές μετρήσιμες βελτιώσεις. Για παράδειγμα, εξαιτίας της ενασχόλησης των κυβερνητικών στελεχών με τη λήψη πολιτικών αποφάσεων, η διαχείριση περιουσίας τίθεται στο περιθώριο και δεν αποτελεί προτεραιότητα «υψηλής πολιτικής».

2. Ανάγκη ενίσχυσης της συνεργασίας μεταξύ των διαφορετικών λειτουργιών.
Σύμφωνα με τη μελέτη της Deloitte αυτήν τη στιγμή παρατηρείται συχνά έλλειψη συντονισμού μεταξύ σημαντικών μονάδων του δημοσίου τομέα, όπως για παράδειγμα η μηχανοργάνωση και ο σχεδιασμός ανθρώπινου δυναμικού. Προκειμένου να επιτύχει η στρατηγική ακίνητης περιουσίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι τρέχουσες αλλά και οι μελλοντικές ανάγκες της κάθε επιμέρους λειτουργίας.

3. Αποτελεσματικότερη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα.
Δυστυχώς, η πίεση για γρήγορα κέρδη και η αγωνία «εγκλωβισμού» σε μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις υπονομεύουν τις προσπάθειες για αποτελεσματική συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στη διαχείριση της κρατικής ακίνητης περιουσίας. Οι δημόσιοι φορείς πρέπει να κατανοήσουν τους τρόπους κινητοποίησης των συμβαλλομένων του ιδιωτικού τομέα, όπως για παράδειγμα τα διαφορετικά μοντέλα συνιδιοκτησίας, τα σχήματα πληρωμών βάσει απόδοσης ή την ανάθεση έργων διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας σε εξωτερικό συνεργάτη.

4. Συνεργασία ιδιωτικού και δημοσίου τομέα για τη βελτίωση της συλλογής και της χρήσης δεδομένων κρατικής ακίνητης περιουσίας.
Η σημασία της σωστής πληροφόρησης έχει γίνει κατανοητή στις κυβερνήσεις με τη διαχείριση της κρατικής περιουσίας να αποτελεί μια ακόμα περίπτωση στην οποία η παροχή δεδομένων (data) επιτρέπει την ευρύτερη χρήση των προγνωστικών αναλυτικών δεδομένων (analytics). Γι αυτό τον λόγο, η αναφορά της Deloitte υπογραμμίζει την ανάγκη παροχής κινήτρων στους ιδιώτες- κατόχους ακίνητης περιουσίας ή στους εταίρους των συμπράξεων ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, προκειμένου να μοιραστούν με τους κρατικούς φορείς τα δεδομένα που έχουν στη διάθεσή τους.

5. Χτίζοντας μια ενιαία στρατηγική.
Σύμφωνα με τη μελέτη της Deloitte άλλη μια πρόκληση για τους δημόσιους φορείς αποτελεί η επίτευξη της ισορροπίας μεταξύ του κεντρικού και του τοπικού ελέγχου των λειτουργιών της ακίνητης κρατικής περιουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, μια ενιαία στρατηγική επιτρέπει στους οργανισμούς να ενταχθούν ευκολότερα σε κάποια ευρύτερη στρατηγική που θα αφορά το σύνολο του δημοσίου τομέα.