Η Alpha Bank είχε υιοθετήσει εσφαλμένες μεθοδολογικές αντιλήψεις που οδηγούν και εσφαλμένα συμπεράσματα, τονίζει η Ελληνική Στατιστική Αρχή σε ανακοίνωσή της σε σχέση με τα σχόλια της τράπεζας για τη διόγκωση του ελλείμματος. 

 

Όπως αναφέρει σε σχετική ανακοίνωση, «Η Alpha Bank σε πρόσφατα δημοσιεύματά της - Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της 31/5/2012 και Τριμηνιαίο Οικονομικό Δελτίο Μαΐου 2012 (τεύχος 117) -υποστηρίζει ότι η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) διόγκωσε το έλλειμμα και το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης για τα έτη 2009 και 2010. 


Η Alpha Bank καταλήγει στα συμπεράσματά της στη βάση εσφαλμένων μεθοδολογικών αντιλήψεων σχετικά με οικονομικά στοιχεία και συναλλαγές που υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη στην κατάρτιση των δημοσιονομικών στατιστικών ή να έχουν αντιμετωπιστεί με διαφορετικό τρόπο από την ΕΛΣΤΑΤ. 


Οι μεθοδολογικές αυτές αντιλήψεις της Alpha Bank δεν έχουν βάση στη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται από τα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως αυτή αποτυπώνεται στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς για την κατάρτιση των δημοσιονομικών στατιστικών.


Με στόχο την αποσαφήνιση των θεμάτων αυτών προς όφελος των χρηστών (συμπεριλαμβανομένης της ALPHA BANK) των δημοσιονομικών στατιστικών της Ελλάδας και των άλλων χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ΕΛΣΤΑΤ απαντά κατωτέρω αναλυτικά στις λανθασμένες μεθοδολογικές αντιλήψεις της Alpha Bank


1. Στο εβδομαδιαίο δελτίο της ALPHA BANK αναφέρεται ότι η ΕΛΣΤΑΤ ακολούθησε «ριζοσπαστική πολιτική …. το 2010 …. και συμπεριέλαβε στη Γενική Κυβέρνηση όλες τις βασικές ΔΕΚΟ (17 τον αριθμό) με αποτέλεσμα το σύνολο των υποχρεώσεών τους ……. να συμπεριληφθούν στο χρέος της γενικής κυβέρνησης. Τα σημαντικά περιουσιακά στοιχεία αυτών των οργανισμών δεν ελήφθησαν υπόψη.» 

 

Σχόλιο ΕΛΣΤΑΤ: 


Πρέπει να καταστεί σαφές, ότι η ΕΛΣΤΑΤ δεν εφάρμοσε κάποια «ριζοσπαστική πολιτική» όπως διατείνεται η ALPHA BANK αλλά μόνον όσα προβλέπονται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 2223/96—Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών 95 (Εuropean System of Accounts - ESA95), το σχετικό μεθοδολογικό Εγχειρίδιο της Eurostat για το Έλλειμμα και το Χρέος της Γενικής Κυβέρνησης (Manual on Government Deficit and Debt – MGDD), και τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς της Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος - ΔΥΕ (479/2009, 679/10). 


Βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 2223/96—ESA95 ορίζονται συγκεκριμένα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία μία θεσμική μονάδα ταξινομείται ή όχι στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης.5 Επίσης, βάσει των Κανονισμών για τη ΔΥΕ, η εξέταση των θεσμικών μονάδων του Δημοσίου για την τομεακή ταξινόμησή τους, δηλαδή η οριοθέτηση του τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, αποτελεί μια συνεχιζόμενη εργασία ώστε να είναι πάντα επικαιροποιημένη. Η ΕΛΣΤΑΤ από τη ΔΥΕ Νοεμβρίου 2010 απλά εφάρμοσε τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς, ως ο θεσμικός φορέας που έχει την υποχρέωση να τους εφαρμόζει. 


Όσον αφορά στο χρέος των εν λόγω ΔΕΚΟ, το οποίο χρησιμοποιήθηκε στην καταγραφή του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης, αυτό ορίζεται ως το ακαθάριστο χρέος (gross debt) βάσει της έννοιας του χρέους κατά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ «Maastricht Debt» όπως έχει καθορισθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση (MGDD, κεφάλαιο VIII.2). Αυτό το ακαθάριστο χρέος εξ ορισμού—και όχι κατόπιν κάποιας διακριτικής και ριζοσπαστικής απόφασης της ΕΛΣΤΑΤ— δεν περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχειά των ΔΕΚΟ. 


Η αντίληψη της ALPHA BANK ότι μπορεί να τα περιλαμβάνει είναι απολύτως λανθασμένη, με βάση τον ορισμό του χρέους που υπολογίζεται στα πλαίσια της ΔΥΕ που περιγράφεται στο άρθρο 1 §5 του Κανονισμού 479/2009. 

 

2. Στο τριμηνιαίο δελτίο της ALPHA BANK αναφέρονται τα ακόλουθα: 

 

«Όσον αφορά τα δημοσιονομικά μεγέθη οι εκτιμήσεις τους βασίζονται στην υπόθεση ότι στην Ελλάδα αξία έχουν μόνο οι υποχρεώσεις των φορέων της γενικής κυβερνήσεως. Τα περιουσιακά στοιχεία ή οι απαιτήσεις αυτών των φορέων δεν έχουν καμμία αξία, ή σε κάθε περίπτωση δεν λαμβάνονται υπ’ όψει.» 

 

Σχόλιο ΕΛΣΤΑΤ: 


Η παραπάνω άποψη είναι λανθασμένη. 


Πρώτον, όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία, όπως εξηγήθηκε παραπάνω, αυτά δεν υπολογίζονται στην καταγραφή του χρέους σύμφωνα με τον ορισμό της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Επίσης τα περιουσιακά στοιχεία ως μεγέθη αποθέματα (stocks) δεν συνυπολογίζονται στο έλλειμμα που ως μέγεθος είναι ροή (flow). 


Δεύτερον, σχετικά με την καταγραφή των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αυτή γίνεται από την ΕΛΣΤΑΤ, αλλά πάντα σύμφωνα με τους κανόνες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού που ορίζουν το χρόνο καταγραφής των συναλλαγών. 


Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 2223/96—ESA95 (§1.57) απαιτεί την καταγραφή των ροών με βάση τη δημιουργία αξίας, δηλαδή όταν δημιουργείται, μετασχηματίζεται ή εξαφανίζεται η οικονομική αξία ή όταν εμφανίζονται, μετασχηματίζονται ή διαγράφονται απαιτήσεις και υποχρεώσεις. 


Με άλλα λόγια, η καταγραφή των συναλλαγών στο σύστημα εθνικών λογαριασμών γίνεται σε δεδουλευμένη βάση όπου οι αυξομειώσεις τόσο των απαιτήσεων όσο και των υποχρεώσεων λαμβάνονται υπόψη με πολύ συγκεκριμένο τρόπο. 


Η ΕΛΣΤΑΤ πραγματοποιεί την έρευνα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης σε ετήσια και τριμηνιαία βάση συγκεντρώνοντας στοιχεία σε δεδουλευμένη βάση, εφόσον αυτά είναι διαθέσιμα βάσει του λογιστικού συστήματος που ακολουθείται. Για τις περιπτώσεις οικονομικών στοιχείων σε ταμειακή βάση, συγκεντρώνονται επιπλέον στοιχεία και γίνονται οι απαραίτητες προσαρμογές ώστε αυτά να υπολογιστούν σε δεδουλευμένη βάση. 

 

3. Στο τριμηνιαίο δελτίο της ALPHA BANK αναφέρονται τα ακόλουθα: 

 

«Με αυτό τον τρόπο διογκώθηκε με αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις το έλλειμμα και το χρέος της ΓΚ, με συμπερίληψη σε αυτά των πάσης φύσεως υποχρεώσεων του Δημοσίου, π.χ. από παροχή εγγυήσεων σε ΔΕΚΟ και εκτός ΔΕΚΟ, ή από την αγορά προνομιούχων μετοχών των τραπεζών, ή από οφειλές σε προμηθευτές των οποίων η βεβαίωση και ο διακανονισμός καθυστερούσε (π.χ. διότι η τιμή στην οποία είχαν διακανονισθεί ήταν πολλαπλάσια εκείνης που επικρατούσε στην αγορά), κ.ά.» 

 

Σχόλιο ΕΛΣΤΑΤ: 

Πρώτον, δεν υπήρξε συμπερίληψη στο έλλειμμα και στο χρέος της Ελλάδας «πάσης φύσεως» εγγυήσεων όπως διατείνεται η Alpha Bank. Σύμφωνα με τη μεθοδολογία (που περιγράφεται στο κεφάλαιο 7 του MGDD) η παροχή ή η ύπαρξη εγγυήσεων γενικά δεν οδηγεί αυτόματα σε αύξηση στο χρέος και το έλλειμμα. 


Μόνον όταν η εγγύηση καταπέσει τότε αποτελεί στοιχείο που επηρεάζει το έλλειμμα και μόνον εφόσον αφορά φορέα εκτός της Γενικής Κυβέρνησης. Το συνολικό ποσό του εναπομείναντος δανείου αυτού του φορέα, εφόσον μετά την κατάπτωση αναληφθεί από το Κράτος, τότε επιβαρύνει το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης. 


Δεύτερον, δεν συμπεριελήφθη στο έλλειμμα (και το χρέος) «πάσης φύσεως» συμμετοχή του Κράτους στην στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου μιας τράπεζας. Η συμμετοχή του Κράτους στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών (και όχι μόνο) περιγράφεται στο 

MGDD (Κεφ. ΙΙΙ , παρ.ΙΙΙ 2). 


Στο MGDD γίνεται διάκριση των περιπτώσεων κατά τις οποίες μια κρατική χρηματοδότηση σε τράπεζες (και όχι μόνο) καταγράφεται είτε σαν κεφαλαιακή μεταβίβαση (επιβαρύνοντας το κρατικό έλλειμμα και χρέος) είτε σαν αγορά χρηματοπιστωτικών στοιχείων όπως η αγορά προνομιούχων ή κοινών μετοχών (που σε ορισμένες περιπτώσεις επιβαρύνει έμμεσα μόνο το χρέος του Κράτους). 


Τα κριτήρια της καταγραφής ως κεφαλαιακής ενίσχυσης αναφέρονται κύρια σε μονομερείς μεταβιβάσεις που καλύπτουν διαχρονικά ελλείμματα επιχειρήσεων ή δίδονται χωρίς την προσδοκία κεφαλαιακών αποδόσεων από πλευράς της συμμετοχής του Κράτους. Η ΕΛΣΤΑΤ έχει εξετάσει κάθε συγκεκριμένη συναλλαγή κατά περίπτωση, ενώ οι σχετικοί αναλυτικοί χειρισμοί και ταξινομήσεις έχουν κοινοποιηθεί και εξετασθεί στην αρμόδια Διεύθυνση της Eurostat και τυγχάνουν της πλήρους αποδοχής. 


Τρίτον, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η ΕΛΣΤΑΤ με τις έρευνες που διεξάγει συγκεντρώνει στοιχεία τόσο για τις πληρωτέες υποχρεώσεις όσο και για τις εισπρακτέες απαιτήσεις των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. Στα πλαίσια της κατάρτισης ευρωπαϊκών στατιστικών, τα στοιχεία αυτά λαμβάνονται υπόψη με πολύ συγκεκριμένο τρόπο στον προσδιορισμό του ελλείμματος. 


Η ΕΛΣΤΑΤ, με βάση όσα ορίζονται στον Κανονισμό 2223/96—ESA95, έχει συντάξει και διαθέσει προς τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης αναλυτικές οδηγίες και πίνακες για την καταγραφή των σχετικών στοιχείων. 


4. Στο τριμηνιαίο δελτίο της ALPHA BANK αναφέρονται τα ακόλουθα: 


«Το έλλειμμα και το χρέος της ΓΚ για το 2009 και το 2010 διογκώθηκαν τον Νοέμβριο του 2010 με την ενσωμάτωση στα μεγέθη της ΓΚ των ελλειμμάτων και των υποχρεώσεων 17 ΔΕΚΟ (επιχειρήσεων και Οργανισμών) οι οποίοι ευρίσκονται υπό κρατικό έλεγχο και οι οποίες σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως δεν υπάγονται στο πεδίο δραστηριοτήτων της ΓΚ.» 

 

Σχόλιο ΕΛΣΤΑΤ: 

 

Είναι λανθασμένη η αντίληψη της ALPHA BANK ότι υπάρχει κάποιο «πεδίο δραστηριοτήτων» της Γενικής Κυβέρνησης και ότι αυτό παίζει κάποιο ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση στην ταξινόμηση επιχειρήσεων και οργανισμών εντός ή εκτός της Γενικής Κυβέρνησης. Αυτό που παίζει ρόλο, σύμφωνα πάντα με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 2223/96—ESA95, είναι κατά πόσον πληρούν οι επιχειρήσεις και οι οργανισμοί τα κριτήρια που αναφέρθηκαν ανωτέρω. 


Ειδικότερα, βάσει του ESA95 οι θεσμικές μονάδες παραγωγοί εξετάζονται αν πρόκειται για παραγωγούς αγοραίας (εμπορεύσιμης) ή μη αγοραίας (μη εμπορεύσιμης) παραγωγής βάσει συγκεκριμένου κριτηρίου (ESA95, §3.32). Εφόσον πρόκειται για δημόσιους παραγωγούς μη εμπορεύσιμου προϊόντος, δηλαδή η σχέση πωλήσεων/κόστους είναι μικρότερη του 50% τουλάχιστον για τρία συνεχόμενα χρόνια τότε αυτοί ταξινομούνται στη Γενική Κυβέρνηση (ESA95, §3.33). Τα οικονομικά στοιχεία των 17 ΔΕΚΟ εξετάστηκαν για μια σειρά ετών και προέκυψε ότι ταξινομούνται στη Γενική Κυβέρνηση. 

 

5. Στο τριμηνιαίο δελτίο της ALPHA BANK αναφέρονται τα ακόλουθα: 


«Επίσης, καταγράφονται λεπτομερειακά και παρουσιάζονται με δραματικό τόνο οι τρέχουσες υποχρεώσεις της κεντρικής κυβερνήσεως και των λοιπών φορέων της ΓΚ, που ανέρχονταν στο τέλος του 2011 στα € 6,7 δισ., χωρίς να γίνεται αναφορά στις βεβαιωμένες ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Δημοσίου από φορολογικές υποθέσεις και από εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία ύψους άνω των € 50 δισ.» 

 

Σχόλιο ΕΛΣΤΑΤ: 

 

Σχετικά με τις βεβαιωμένες ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Δημοσίου από φορολογικές υποθέσεις και από εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία καθώς και για τις απαιτήσεις του Δημοσίου από φορολογικές και άλλες υποθέσεις που δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί και βεβαιωθεί, η ΕΛΣΤΑΤ εφαρμόζει τη μεθοδολογία του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 2516/20006 (άρθρο 3 παράγραφος β) όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό 995/20017. 

 

Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται η σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο καταγραφή των απαιτήσεων του Δημοσίου σε δεδουλευμένη βάση. Συγκεκριμένα, οι φόροι και οι εισφορές, τα στοιχεία των οποίων είναι διαθέσιμα σε ταμειακή βάση, αναπροσαρμόζονται έτσι ώστε να 

καταγράφονται όταν πραγματοποιούνται οι δραστηριότητες που δημιουργούν την υποχρέωση καταβολής τους. 

 

Η προσαρμογή για την χρονική διαφορά ανάμεσα στην ημερομηνία πληρωμής και την περίοδο στην οποία αναφέρονται γίνεται βάση της μεθόδου της «χρονικά προσαρμοσμένης ταμειακής καταγραφής». Η μέθοδος θεωρείται η πλέον αξιόπιστη σε περιόδους οικονομικής αστάθειας και αβεβαιότητας και βασίζεται σε πραγματικά ταμειακά δεδομένα. 

 

6. Στο τριμηνιαίο δελτίο της ALPHA BANK αναφέρονται τα ακόλουθα: 

 

«…. ΕΛΣΤΑΤ και Eurostat που, στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν το παγκοσμίως 

υπέρ-προβεβλημένο πρόβλημα των «ελληνικών στατιστικών», με τις πρόσφατες εκτιμήσεις τους και παρεμβάσεις τους συνέβαλαν στην παρουσίαση υπέρμετρα διογκωμένου του ήδη 

σημαντικού δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας.» 

 

Η ΕΛΣΤΑΤ και η Eurostat συνεργάστηκαν σε ένα κοινό πρόγραμμα που αποφασίστηκε τον Απρίλιο του 2010 με στόχο μεταξύ άλλων την αποτύπωση των δημοσιονομικών στοιχείων με την ορθή εφαρμογή των σχετικών Ευρωπαϊκών Κανονισμών. Η ορθή εφαρμογή αυτών των Κανονισμών είχε σαν βασικό στόχο τη συμμόρφωση της ΕΛΣΤΑΤ και της Χώρας με το ενωσιακό δίκαιο στην παρουσίαση της δημοσιονομικής της κατάστασης και την επανόρθωση της ποιότητας των ελληνικών δημοσιονομικών στατιστικών.

 

Αυτό το βασικό ζητούμενο, όταν επιτεύχθηκε, με τη σειρά του είχε σαν αποτέλεσμα να αποκατασταθεί και η αξιοπιστία των Ελληνικών δημοσιονομικών στατιστικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και στις αγορές.