Η «υγεία» της Ευρωπαϊκής οικονομίας αναμένεται να επιδεινωθεί, κατά το επόμενο εξάμηνο πριν εμφανίσει, στην καλύτερη περίπτωση, μια ελαφρά ανάκαμψη το 2013.
Αν και ο σχηματισμός κυβέρνησης στην Ελλάδα απομακρύνει την πιθανότητα διάλυσης της Ευρωζώνη, νέα έκθεση της Ernst & Young, Eurozone Summer Forecast (EEF), τονίζει ότι η «υγεία» της Ευρωπαϊκής οικονομίας αναμένεται να επιδεινωθεί, κατά το επόμενο εξάμηνο πριν εμφανίσει, στην καλύτερη περίπτωση, μια ελαφρά ανάκαμψη το 2013. Επιπλέον, γενικές προβλέψεις αναφέρουν αρκετούς κινδύνους, ιδιαίτερα αν οι πολιτικοί της Ευρωζώνης δεν συμφωνήσουν σε μια κοινή πορεία προόδου, κατά τη Σύνοδο Κορυφής που θα πραγματοποιηθεί αυτήν την εβδομάδα, στις Βρυξέλλες. 


Ο Mark Otty, Area Managing Partner της Ernst & Young για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, την Ινδία και την Αφρική, σημειώνει: «Η όποια ανάκαμψη προϋποθέτει ότι οι πολιτικοί και οικονομικοί ηγέτες, θα αναλάβουν πρωτοβουλίες στη διάρκεια των ερχόμενων εβδομάδων για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Ελλάδας. Απαιτείται ευελιξία και ηγετικούς χειρισμούς για να αντιμετωπιστούν τα θέματα της ατζέντας και όχι αναβολή των δύσκολων αποφάσεων. Πρέπει να βρεθεί η δύσκολη ισορροπία μεταξύ ανάπτυξης και λιτότητας χωρίς η μια επιλογή να αποκλείει την άλλη».


Η πρόβλεψη, βασίζεται στην υπόθεση ότι το Ελληνικό πρόγραμμα λιτότητας θα προχωρήσει και ότι άλλες χώρες της Ευρωζώνης όπως η Ισπανία και η Ιταλία θα αποφύγουν περαιτέρω σοβαρές οικονομικές αναταράξεις. Αν συμβούν αυτά, ένα μέρος της σημερινής επιφυλακτικότητας που επιδεικνύουν οι χρηματοπιστωτικές αγορές, οι επιχειρήσεις αλλά και τα νοικοκυριά, θα αρχίσει να υποχωρεί προς το τέλος του 2012, αν και η συνολική παραγωγή στην Ευρωζώνη προβλέπεται να συρρικνωθεί κατά 0,6% φέτος. Δεδομένων των αντιξοοτήτων που αντιμετωπίζει η Ευρωζώνη, η όποια ανάκαμψη για το 2013 θα είναι ήπια, με την ανάπτυξη να φθάνει το 0,4%.
Καθώς η δημοσιονομική πειθαρχία θα αρχίσει να αμβλύνεται το 2014 και η παγκόσμια οικονομία θα ανακτά τους ρυθμούς της, το EEF προβλέπει ότι η Ευρωζώνη θα σημειώσει ανάπτυξη 1,7% το 2014 και 2% το 2015 και 2016.


Η ανάπτυξη δεν είναι ισόρροπη σε όλη την περιφέρεια. Χαρακτηρίζεται από ένα διευρυνόμενο χάσμα, κυρίως μεταξύ, των Βορείων χωρών του πυρήνα της Ευρωζώνης και των Νοτίων γειτόνων τους. Από τότε που το EEF ανέδειξε, για πρώτη φορά πριν 18 μήνες, αυτήν την αυξανόμενη απόκλιση στις οικονομικές αποδόσεις, η επιφυλακτικότητα αυτή έχει ενταθεί. Ενώ ορισμένες χώρες του πυρήνα της Ευρωζώνης θα αποφύγουν την ύφεση φέτος και θα σημειώσουν μια ανάλογη ανάπτυξη το 2013, το EEF προβλέπει ότι η ανάπτυξη δε θα επιστρέψει στις περιφερειακές χώρες πριν το 2014. Επιπλέον, η υψηλή ανεργία στις περιφερειακές χώρες, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων, κυμαίνεται πλέον σε επίπεδα που θα μπορούσαν να απειλήσουν την κοινωνική σταθερότητα.


Η Marie Diron, Senior Economic Adviser του Eurozone Forecast της Ernst & Young, σχολιάζει: «Οι οικονομικοί και πολιτικοί ηγέτες της Ευρωζώνης θα πρέπει να ηγηθούν με πιο αποφασιστικό και συγκεκριμένο τρόπο απ’ ότι έπραξαν τα τελευταία δυο χρόνια. Ο χρόνος για συζήτηση έχει τελειώσει και, ξεκινώντας από τη σημερινή Σύνοδο Κορυφής, η ανάγκη για δράση γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ».


Η Ελλάδα παραμένει στην Ευρωζώνη


Οι εκλογές της 17ης Ιουνίου, ανέδειξαν μια κυβέρνηση συνεργασίας κομμάτων που στηρίζουν το πρόγραμμα της ΕΕ και του ΔΝΤ. Παρά το γεγονός, ότι η νέα κυβέρνηση θεωρητικά υποστηρίζει τους όρους του προγράμματος διάσωσης, τα μέτρα λιτότητας δεν είναι δημοφιλή στην Ελλάδα και ακόμη και η κυβέρνηση συνεργασίας υποσχέθηκε να επαναδιαπραγματευθεί ορισμένους από τους όρους του προγράμματος με τους επίσημους δανειστές. Ωστόσο, τα περιθώρια για την Ελλάδα να μην πετύχει τους στόχους μείωσης του ελλείμματος, μπορεί να είναι μικρά,καθώς θα πρέπει να επιτύχει σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα για αρκετά χρόνια προκειμένου να μειώσει τη σχέση χρέους/ΑΕΠ μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Το ΔΝΤ υπολογίζει ότι μια βελτίωση του δημοσιονομικού ισοζυγίου κατά 7% του ΑΕΠ μεταξύ 2011 και 2014 και σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα μεσοπρόθεσμα, θα οδηγήσουν τη σχέση χρέους/ΑΕΠ στο 120% στο τέλος της δεκαετίας, από το 160% που βρίσκεται σήμερα.


Όμως η μεγαλύτερη του αναμενόμενου, ύφεση και η παρατεταμένη περίοδος πολιτικής αβεβαιότητας είχαν ως αποτέλεσμα να αποκλίνει η Ελλάδα φέτος από την πορεία επίτευξης των δημοσιονομικών της στόχων. Ήδη τα μέτρα λιτότητας έχουν βυθίσει την οικονομία σε βαθιά ύφεση. Το ΑΕΠ υποχώρησε κατά 6,9% το 2011, τέταρτο έτος μείωσης, και εξακολουθούσε να είναι μειωμένο κατά 6,5% σε ετήσια βάση κατά το πρώτο τρίμηνο του 2012, ενώ το ποσοστό ανεργίας πλησίασε το 22% στις αρχές του 2012. Επιπλέον, η παρατεταμένη, για αρκετά χρόνια λιτότητα, θα αποδυναμώσει περαιτέρω την εγχώρια οικονομία, προκαλώντας περαιτέρω μειώσεις της παραγωγής και ακόμη υψηλότερη ανεργία. Αν δεν αναληφθούν σημαντικές πρωτοβουλίες για την επανεκκίνηση της οικονομίας, αναμένεται ότι η οικονομία θα παραμείνει σε ύφεση για τρία ακόμη χρόνια, με το ποσοστό της ανεργίας να ξεπερνά το 25%.


Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ernst & Young για την ανάπτυξη και το έλλειμμα, αναμένουμε ότι η σχέση χρέους/ΑΕΠ της Ελλάδας θα βρίσκεται λίγο κάτω από το 160% το 2020. Αν η Ελλάδα, παρεκκλίνει από τους στόχους για την ανάπτυξη και το έλλειμμα που ορίζει το σημερινό πρόγραμμα, οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης θα χρειασθεί να αποδεχθούν μια αναδιάρθρωση του χρέους για να μειωθεί η σχέση χρέους/ΑΕΠ, καθώς ένα μεγάλο μέρος του χρέους οφείλεται σήμερα σε επίσημους δανειστές.


Η άμεση απειλή εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη έχει υποχωρήσει, αλλά ο κίνδυνος παραμένει. Οι πιέσεις στον τραπεζικό τομέα εξακολουθούν και αποτελούν σημαντική βραχυπρόθεσμη απειλή. Η περίοδος της αυξημένης αβεβαιότητας ενέτεινε τις πιέσεις στον ήδη δοκιμαζόμενο τραπεζικό τομέα, καθώς η φημολογία για μια πιθανή έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη οδήγησε σε εκροή καταθέσεων. Αν όμως, συνεχισθεί η εκροή κεφαλαίων από τις τράπεζες, τότε η παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη τίθεται υπό αμφισβήτηση.


Η Marie Diron σχολιάζει: «Αν η Ευρωζώνη αποτύχει στη διάσωση της Ελλάδας, θα υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των αγορών στην ικανότητά της να διασώσει άλλες χώρες, οδηγώντας σε περαιτέρω φυγή κεφαλαίων από χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία και η Πορτογαλία. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε άλλες αποχωρήσεις και στην κατάρρευση του ενιαίου νομίσματος, με καταστροφικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.»


Απαιτείται βαθιά και παρατεταμένη αναδιάρθρωση για τον τραπεζικό τομέα


Η μακροπρόθεσμη αναχρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) παρείχε μιαευπρόσδεκτη ανακούφιση η οποία μείωσε τον κίνδυνο μιας άμεσης πιστωτικής κρίσης. Οι τράπεζες, ανάφεραν, ότι τα πιστοδοτικά κριτήρια που θέτουν για τους εν δυνάμει δανειολήπτες, έχουν σταθεροποιηθεί, ενώ η ρευστότητα και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση των ίδιων των τραπεζών εμφανίζονται επίσης σταθεροποιημένες μετά από μια σημαντική επιδείνωση το 2011. Ωστόσο, η ζήτηση για δάνεια ήταν σημαντικά χαμηλότερη στις αρχές του δεύτερου εξαμήνου του 2012. Συνεπώς, ενώ η πιστωτική κρίση έχει αποτραπεί, ελάχιστα έχει συμβάλει αυτό στην ενθάρρυνση/βελτίωση της διάθεσης των επιχειρήσεων και των καταναλωτών για δανεισμό.


Όπως εξηγεί η Marie Diron, «αν και το ενδεχόμενο μιας πιστωτικής κρίσης στο άμεσο μέλλον έχει αποφευχθεί προς το παρόν, ο τραπεζικός τομέας της Ευρωζώνης, εξακολουθεί να χρειάζεται μια βαθιά και παρατεταμένη αναδιάρθρωση η οποία θα περιορίσει τη διαθεσιμότητα πιστώσεων για κάποιο χρονικό διάστημα».


Η αύξηση της ανεργίας εξακολουθεί να επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα


Η συνεχιζόμενη απόκλιση στις οικονομικές αποδόσεις μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης συνέχισε να διευρύνει την ανισότητα στις αγορές εργασίας. Το ποσοστό των ανέργων, πλησίασε το 25% στην Ισπανία, το 22% στην Ελλάδα και το 15% στην Πορτογαλία, μια αύξηση που κυμαίνεται μεταξύ 3% και 4% σε κάθε αγορά στη διάρκεια των τελευταίων έξι μηνών. Αυτό έχει υποσκάψει περαιτέρω την εγχώρια ζήτηση, τις επενδύσεις και τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να υλοποιήσουν σχέδια μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος. Εν τω μεταξύ, στη Γερμανία, την Αυστρία και την Ολλανδία η ανεργία παραμένει κάτω από 6%.

Η επιδείνωση της αγοράς εργασίας, η μικρή αύξηση των μισθών και η αβεβαιότητα γύρω από το μέλλον του ενιαίου νομίσματος επιδρούν αρνητικά στην εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Εξαίρεση αποτελεί η Γερμανία, όπου τα νοικοκυριά είναι σχετικά αισιόδοξα, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, ενώ η καταναλωτική εμπιστοσύνη σε όλη την Ευρωζώνη, τους τελευταίους μήνες, συνεχίζει να επιδεινώνεται.


Συνεπώς, το EEF προβλέπει ότι οι πραγματικές καταναλωτικές δαπάνες θα αυξηθούν το 2012 κατά 0,9% στη Γερμανία και κατά 0,2% στη Γαλλία, ενώ θα παραμείνουν στάσιμες ή και θα μειωθούν σε μεγάλο μέρος της υπόλοιπης Ευρωζώνης. Καθώς η αβεβαιότητα, γύρω από τη δομή της Ευρωζώνης, θα διαλύεται με την είσοδο στο 2013, το EEF προβλέπει ότι η καταναλωτική δαπάνη θα ανακτήσει τη δυναμική της στον «πυρήνα» της, σημειώνοντας αύξηση 1%. Ωστόσο οι δαπάνες των νοικοκυριών, στην περιφέρεια, είναι πιθανόν να μειωθούν περαιτέρω το 2013 και η τάση να μην αναστραφεί πριν το 2014.


Ανάπτυξη έναντι λιτότητας

Σε αυτό το ζοφερό και γεμάτο κινδύνους περιβάλλον, η συζήτηση σχετικά με τις πολιτικές, έχει αρχίσει να επικεντρώνεται στο πως θα επιτευχθεί ταχύτερα η ανάπτυξη, χωρίς την οποία, τα προγράμματα λιτότητας ενδέχεται να αποδειχθούν τελικά ανεπιτυχή.


Η Marie Diron σχολιάζει: «Για ορισμένους, η συζήτηση σχετικά με τη λιτότητα και την ανάπτυξη είναι μια ξεκάθαρη επιλογή, αλλά αυτό αποτελεί μια επικίνδυνη απλούστευση. Δεδομένης της έκθεσης των τραπεζών όλης της ευρωζώνης στο δημόσιο χρέος, η δημοσιονομική σταθερότητα και η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Συνεπώς, η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί βασικό στοιχείο της επιστροφής της ευρωστίας του τραπεζικού τομέα και την παροχή πιστώσεων για τις επενδύσεις και την ανάπτυξη.»


Ορισμένα στοιχεία της δημοσιονομικής πολιτικής μπορούν να προσαρμοσθούν σε μια κατεύθυνση πιο φιλική προς την ανάπτυξη. Η σύνθεση των δημοσίων δαπανών μπορεί να τροποποιηθεί σε εθνικό επίπεδο για να προωθηθεί η ανάπτυξη, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στις δαπάνες κεφαλαίου έναντι των τρεχουσών δαπανών. Οι χώρες-μέλη της Ευρωζώνης που είναι πιο υγιείς δημοσιονομικά, μπορούν να χαλαρώσουν τα προγράμματα εξυγίανσης για να ενισχύσουν την εγχώρια ζήτηση και να τονώσουν την οικονομική δραστηριότητα στις υπόλοιπες χώρες.


Ένα δεύτερο βασικό στοιχείο της στρατηγικής ανάπτυξης, θα πρέπει να είναι η διεύρυνση του εμπορίου με τις ταχέως αναπτυσσόμενες αγορές. Η Γερμανία, ήδη γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη των εξαγωγών κεφαλαιουχικών αγαθών προς την Κίνα και αλλού, γεγονός που δε συμβαίνει σε άλλες χώρες. Η πρόκληση για την Ιταλία, την Ισπανία και άλλες χώρες είναι να ακολουθήσουν το ίδιο παράδειγμα. Για να εξασφαλισθεί η διαρκής ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής περιφέρειας, η Γερμανία ιδιαίτερα θα πρέπει ίσως να αποδεχθεί υψηλότερα επίπεδα πληθωρισμού, τιμών και μισθών στην εγχώρια αγορά.


Έρχονται δύσκολα χρόνια


Ενώ η πρόβλεψη, αναφέρει ότι η Ευρωζώνη θα παραμείνει ενιαία με τη Ελληνική κυβέρνηση να δεσμεύεται, εκ νέου, για το πρόγραμμα ΕΕ/ΔΝΤ και τις πιέσεις προς την Ισπανία και την Ιταλία να υποχωρούν, είναι σαφές ότι το 2012 θα είναι δύσκολη χρονιά. Χωρίς ανάκαμψη της καταναλωτικής και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης και με δεδομένη την υψηλή ανεργία, οι προοπτικές παραμένουν δυσοίωνες.


Η Marie Diron καταλήγει: «Μολονότι αναμένουμε ότι η Ευρωζώνη θα παραμείνει ανέπαφη, οι κίνδυνοι από μία ενδεχόμενη διάλυση έχουν ενταθεί κατά το τελευταίο τρίμηνο. Ως εκ τούτου, είναι προς το συμφέρον όλων, όχι απλώς να περιορισθεί η έκταση της οικονομικής κρίσης, αλλά να δημιουργηθούν οι συνθήκες βιώσιμης επανόδου στην ανάπτυξη για όλη την Ευρωζώνη. Αυτή η μετατόπιση της έμφασης είναι ευπρόσδεκτη, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από διαρκή δέσμευση στη δημοσιονομική πειθαρχία. Επίσης, θα απαιτηθούν δύσκολες αποφάσεις από όλες τις οικονομίες, και όχι μόνον αυτές που πλήττονται εντονότερα από την κρίση.»


Ο Mark Otty καταλήγει: «Όσο σημαντικό κι αν είναι να αντιμετωπισθούν τα βραχυπρόθεσμα προβλήματα της Ευρωζώνης, οι διαμορφωτές της πολιτικής δεν πρέπει να παραβλέψουν τα μακροπρόθεσμα προβλήματα. Ακόμη και όταν αυτή η περίοδος αβεβαιότητας τερματισθεί και κάποια μορφή σταθερότητας επιστρέψει, οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να αντιμετωπίσουν το οικονομικό τους μέλλον. Η παραγωγικότητα σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης υπολείπεται σημαντικά έναντι άλλων χωρών, ενώ οι εργασιακές πρακτικές είναι συχνά ξεπερασμένες. Τα δεδομένα αυτά, σε συνδυασμό με τη γήρανση του πληθυσμού, θέτουν μερικά σοβαρά ερωτήματα. Η Ευρωζώνη βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο για την μελλοντική της επιβίωση και επιτυχία. Χρειάζεται δημιουργική σκέψη, ευελιξία, ένα σαφές μήνυμα και να κατανοήσουν οι ηγεσίες ότι πρέπει να πάρουν τους λαούς τους με το μέρος τους.»