Επιβράδυνση
του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας της Γερμανίας προβλέπει για φέτος η γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, η οποία πραγματοποιεί επίσκεψη στην Ινδονησία, όπως μεταδίδει το Reuters.

 

«Φέτος προβλέπουμε ανάπτυξη αλλά με χαμηλότερο ρυθμό», δήλωσε, τονίζοντας ότι η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και του 2009 επέφερε μεγαλύτερο πλήγμα στη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία σε σύγκριση με την κρίση χρέους που ταλανίζει την ευρωζώνη.
 

«Δεν έχουμε ξεπεράσει ακόμη την κρίση 2008/2009», σημείωσε η γερμανίδα καγκελάριος, εκφράζοντας ωστόσο την πεποίθησή της ότι η Ευρώπη θα ξεπεράσει την κρίση αλλά θα χρειαστεί χρόνος.


Η κ. Μέρκελ σημείωσε επίσης, κατά τη διάρκεια της πρώτης επίσημης επίσκεψής της στην Ινδονησία, ότι η Ευρωζώνη θα πρέπει να πάρει ως παράδειγμα τη χώρα αυτή, η οποία κατάφερε να μειώσει το χρέος της με δραστικό τρόπο.

«Πιστεύω ότι η Ινδονησία μπορεί να αποτελέσει ένα πολύ καλό παράδειγμα μιας οικονομίας που γνωρίζει διαρκή ανάπτυξη, καθώς υπό την προεδρία του (Σουσίλο Μπαμπάνγκ) Γιουντογιόνο το δημόσιο χρέος, το οποίο είχε φτάσει στο 80% του ΑΕΠ, έπεσε στο 24%», δήλωσε, έπειτα από συνάντηση που είχε με τον Ινδονήσιο πρόεδρο.


«Πιστεύω ότι είναι ένα παράδειγμα γι' αυτό που μπορεί να γίνει και που η Ευρώπη οφείλει να κάνει, κυρίως αν λάβουμε υπόψη μας ότι η Ινδονησία μπόρεσε να το κάνει σε πολύ μικρή χρονική περίοδο, σε μερικά χρόνια», πρόσθεσε.


Το δημόσιο χρέος της Ινδονησίας ανερχόταν σε περισσότερο από 82% του ΑΕΠ το 2002, δύο χρόνια πριν ανέβει στην εξουσία ο Γιουντογιόνο. Σήμερα έχει πέσει σε κάτω από 25%. Επίσης το δημόσιο έλλειμμα έχει μειωθεί σε λιγότερο από 2%, δηλαδή κάτω από το όριο του 3% που έχει ορίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση για τα κράτη μέλη της.


Τέλος, η γερμανίδα καγκελάριος υπέγραψε εξάλλου σήμερα την «Διακήρυξη της Τζακάρτα» με την οποία δεσμεύεται για την ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών σε πολλούς τομείς, ιδιαίτερα αυτόν της άμυνας, των τεχνολογιών και του περιβάλλοντος. Οι δύο χώρες θέλουν σχεδόν να διπλασιάσουν τις εμπορικές τους συναλλαγές ως το 2015 ώστε αυτές να ξεπεράσουν τα 9,7 δισεκατομμύρια ευρώ.