Τώρα ξεκινούν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια γηρατειάς των ευρωπαϊκών οικονομιών και οι αξιωματούχοι προχωρούν συνέχεια σε...ενέσεις botox, υποστηρίζει ο Αν Φον Τίφελεν, αναλυτής της ING. Σύμφωνα με τον ίδιο  οι χώρες κάνουν χρήση της χρηματικής ποσοτικής χαλάρωσηςμε τον ίδιο τρόπο που οι άνθρωποι κάνουν Botox, προσπαθώντας απελπισμένα να καλύψουν τις ρυτίδες και να φαίνονται για πάντα νέοι. «Αλλά δεν είναι εύκολο να ξεγελαστούν οι κεφαλαιαγορές, είναι;», διερωτάται.

Μετά από σχεδόν εβδομήντα χρόνια ανάπτυξης, οι δυτικές οικονομίες άρχισαν πλέον να δείχνουν την ηλικία τους. Φορτωμένες με τα πιο υψηλά επίπεδα χρέους στην ιστορία (κατά μέσο όρο 3 με 4 φορές το ΑΕΠ, συμπεριλαμβανομένων όλων των ειδών χρέους) και δυσμενή δημογραφική κατάσταση (μέχρι το 2050 σχεδόν ένας στους τρεις Ευρωπαίους θα είναι πάνω από 65), εκλείπουν οι φυσικές πηγές ανάπτυξης που κάποτε προσέφερε ο νέος πληθυσμός και η εύκολη αναχρηματοδότηση του χρέους. Επομένως, οι πολιτικοί ιθύνοντες εφηύραν την «οικονομία του Botox», υποστηρίζει ο Τίφελεν.

 

Το γεγονός αυτό δεν αντανακλάται μόνο στη εκτεταμένη χρήση της χρηματικής ποσοτικής χαλάρωσης, αλλά και στο ύφος των οικονομικών προβλέψεων που ανακοινώνονται από τις δυτικές κυβερνήσεις. Για παράδειγμα, τα δημοσιονομικά ελλείμματα γενικά αναμένονται να μειωθούν στο μηδέν μέχρι το 2017, αλλά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η πραγματικός ρυθμός οικονομικής επέκτασης θα είναι τουλάχιστον στο επίπεδο του 2% ετησίως μέχρι εκείνη τη στιγμή. Τέτοιου είδους επικίνδυνοι ευσεβείς πόθοι είναι διαδεδομένοι και μεταξύ των οικονομικών αναλυτών, οι οποίοι ακόμη αναμένουν αύξηση των εταιρικών κερδών κατά 10% για το 2013, μια επίδοση που είναι εξόχως απίθανο να επιτευχθεί.

 

Ευτυχώς, οι αγορές κεφαλαίου δεν παραπλανόνται εύκολα, τουλάχιστον όχι για πολύ, σημειώνει ο συντάκτης της ING. Οι μετοχές ήδη προεξοφλούν σε γενικές γραμμές ένα μέλλον με μικρή ή μηδενική ανάπτυξη, παρά τις ρόδινες προβλέψεις των αναλυτών. Και οι μετοχές ποιοτικών επιχειρήσεων -πολυεθνικές εταιρείες με παγκόσμια εμπορική επωνυμία και ισχυρό ισολογισμό- αποκτούν ολοένα περισσότερο το premium στην αποτίμησή τους. Επίσης, οι μετοχές των ΗΠΑ καταγράφουν ρεκόρ σχεδόν στην πριμοδότηση των αποτιμήσεών τους σε σχέση με τις Ευρωπαϊκές, παρά το γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση των ΗΠΑ φαντάζει ποικιλοτρόπως χειρότερη από εκείνη της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της. Γιατί; Επειδή οι επενδυτές γνωρίζουν ότι η αμερικανική οικονομία δεν είναι μόνο νεότερη σε όρους δημογραφικούς (ούτε καν ένας στους τέσσερις ανθρώπους δεν θα είναι άνω των 65 το 2050), αλλά έχει επίσης και την ευελιξία να αναζωογονείται όταν είναι απαραίτητο.

 

Εκτός από αυτό, πολλοί Αμερικανοί και οι Ασιάτες επενδυτές θεωρούν ήδη το ενδεχόμενο της μελλοντικής διάλυσης της ευρωζώνης αναπόφευκτο, σύμφωνα με την έκθεση. Παραδόξως, αν και οι αγορές κεφαλαίου βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτών που εκφράζουν την ανάγκη για περισσότερο «Botox», φαίνεται να επωφελούνται ελάχιστα από την αποτελεσματικότητά του.

 

Ως εκ τούτου, οι πιο επιφυλακτικοί επενδυτές υιοθετούν ολοένα συχνότερα στρατηγικές που εστιάζουν στην προστασία της αξίας των κεφαλαίων τους (σε πραγματικούς όρους), παρά στην επίτευξη υψηλής απόδοσης. Εμμέσως, υποδεικνύουν ότι αποδέχονται τις συνέπειες της διαδικασίας γήρανσης την οποία οι φορείς χάραξης πολιτικής απεγνωσμένα θέλουν να εξευμενίσουν.

 

Με δεδομένη την τεράστια διόγκωση των ισολογισμών των κεντρικών τραπεζών που προκαλείται από όλες αυτές τις ενέσεις ρευστότητας, οι συνετοί επενδυτές διαφοροποιούν τα χαρτοφυλάκιά τους, επενδύοντας σε περισσότερα του ενός νομίσματα και σε διάφορες κατηγορίες κεφαλαίου.

 

«Αν και δεν αναμένουμε να αναπτυχθούν πληθωριστικές πιέσεις σύντομα, τα περιουσιακά στοιχεία που φέρουν ονομαστικές κυρίως αξίες δεν πρέπει να μονοπωλούν τα χαρτοφυλάκια, ακόμη και όταν οι επενδυτές είναι απρόθυμοι να αναλάβουν κινδύνους. Θα πρέπει να περιλαμβάνουν επίσης και πραγματικά περιουσιακά στοιχεία (όπως, μετοχές, real estate και χρυσό). «Μπορεί κατά περιόδους να μην μοιάζουν τόσο ελκυστικά, αλλά και η ομορφιά του Botox θα αποδειχθεί σίγουρα πρόσκαιρη», καταλήγει ο Τίφελεν.