Μείωση κατά 39,9% ή 4,5 δισ. ευρώ, σημείωσε στο πεντάμηνο Ιανουαρίου- Μαΐου 2012 το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και διαμορφώθηκε σε 6,8 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος η εξέλιξη αυτή αντανακλά πρωτίστως τη σημαντική μείωση του εμπορικού ελλείμματος εκτός καυσίμων κατά 2,6 δισεκ. ευρώ, καθώς και τη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου εισοδημάτων κατά 1,1 δισεκ. ευρώ, αλλά και την αύξηση των πλεονασμάτων του ισοζυγίου υπηρεσιών (κατά 502 εκατ. ευρώ) και τρεχουσών μεταβιβάσεων (κατά 161 εκατ. ευρώ). Επιπλέον, καταγράφηκε μικρή μείωση των καθαρών πληρωμών για εισαγωγές καυσίμων κατά 148 εκατ. ευρώ.


Υπενθυμίζεται ότι η μείωση αυτή έχει προκύψει ως το συνδυασμένο αποτέλεσμα της καταγραφής του μηνός Ιανουαρίου, η οποία ήταν σημαντικά μειωμένη έναντι εκείνης του Ιανουαρίου του 2011 (που περιελάμβανε και δαπάνη εισαγωγών του έτους 2010), και πιθανώς της μείωσης του όγκου των εισαγωγών το Φεβρουάριο και τον Απρίλιο του 2012. Πάντως το Μάρτιο και το Μάιο του τρέχοντος έτους οι καθαρές πληρωμές για αγορές καυσίμων αυξήθηκαν σημαντικά.


Ειδικότερα, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου περιορίστηκε κατά 2,8 δισεκ. ευρώ, λόγω της μείωσης του εμπορικού ελλείμματος εκτός καυσίμων και πλοίων κατά 1,6 δισεκ. ευρώ (ή 29,0%) και του περιορισμού των καθαρών πληρωμών για αγορές πλοίων κατά 1 δισεκ. ευρώ, ενώ μειώθηκαν και οι καθαρές πληρωμές για εισαγωγές καυσίμων. Οι εισπράξεις από εξαγωγές αγαθών εκτός καυσίμων και πλοίων αυξήθηκαν κατά 7,5%, ενώ οι πληρωμές για αντίστοιχες εισαγωγές μειώθηκαν με σχετικά ταχύτερο ρυθμό (11,5%).


Η αύξηση του πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών οφείλεται κυρίως στην άνοδο των καθαρών εισπράξεων από υπηρεσίες μεταφορών και δευτερευόντως στη μείωση των καθαρών πληρωμών για "λοιπές" υπηρεσίες, ενώ οι καθαρές εισπράξεις από ταξιδιωτικές υπηρεσίες περιορίστηκαν ελαφρά στο πεντάμηνο. Ειδικότερα, οι ταξιδιωτικές δαπάνες στην Ελλάδα από μη κατοίκους μειώθηκαν αισθητά (κατά 12,5%) σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2011, αντανακλώντας και τη μείωση των αφίξεων μη κατοίκων με μέσο ετήσιο ρυθμό 10,8% (σύμφωνα με τα στοιχεία της "έρευνας συνόρων" της Τράπεζας της Ελλάδος).


Ταυτόχρονα όμως, οι ταξιδιωτικές δαπάνες στο εξωτερικό από κατοίκους Ελλάδος περιορίστηκαν κατά 21,3%, με αποτέλεσμα μικρή μείωση των καθαρών εισπράξεων κατά 19 εκατ. ευρώ. Την ίδια περίοδο, οι ακαθάριστες εισπράξεις από υπηρεσίες μεταφορών (κυρίως από την εμπορική ναυτιλία) παρέμειναν στάσιμες (+0,9%), αλλά οι αντίστοιχες πληρωμές μειώθηκαν κατά 12,5%, με αποτέλεσμα οι καθαρές εισπράξεις να αυξηθούν κατά 441 εκατ. ευρώ.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου των εισοδημάτων μειώθηκε κατά 1,1 δισεκ. ευρώ σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2011, κυρίως λόγω της δραστικής μείωσης των καθαρών πληρωμών για τόκους επί των τίτλων του Δημοσίου που διακρατούν κάτοικοι του εξωτερικού, η οποία οφείλεται στο PSI.


Τέλος, το ισοζύγιο των τρεχουσών μεταβιβάσεων παρουσίασε πλεόνασμα 1,2 δισεκ. ευρώ, μεγαλύτερο κατά 161 εκατ. ευρώ από ό,τι την αντίστοιχη περίοδο του 2011. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στη μείωση των καθαρών μεταβιβαστικών πληρωμών των λοιπών τομέων (που αφορούν κυρίως μεταναστευτικά εμβάσματα) κατά 127 εκατ. ευρώ, και δευτερευόντως στην άνοδο των καθαρών μεταβιβαστικών εισπράξεων του τομέα της γενικής κυβέρνησης (κυρίως από την ΕΕ) κατά 34 εκατ. ευρώ.



Το Μάιο του 2012
το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρουσίασε έλλειμμα 1,2 δισεκ. ευρώ, κατά 728 εκατ. ευρώ ή 37,9% μικρότερο από εκείνο του Μαΐου του 2011.


Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου περιορίστηκε κατά 232 εκατ. ευρώ, λόγω του περιορισμού του ελλείμματος του ισοζυγίου των αγαθών εκτός καυσίμων και πλοίων κατά 358 εκατ. ευρώ, καθώς και της μείωσης των καθαρών πληρωμών για αγορές πλοίων κατά 280 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, οι καθαρές πληρωμές για εισαγωγές καυσίμων αυξήθηκαν κατά 406 εκατ. ευρώ ή 60,3% αντισταθμίζοντας σε μεγάλο βαθμό τη βελτίωση αυτή.


Το εμπορικό έλλειμμα εκτός καυσίμων και πλοίων περιορίστηκε λόγω της σημαντικής ανόδου των εισπράξεων από εξαγωγές κατά 152 εκατ. ευρώ ή 14,1% και της επίσης σημαντικής μείωσης της δαπάνης για εισαγωγές κατά 206 εκατ. ευρώ ή 9,0%.