Συρρίκνωση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 7,1% το 2012 και κατά -2,4% το 2013 εξαιτίας της συσταλτικής επίδρασης της δημοσιονομικής προσαρμογής στο επίπεδο της οικονομικής δραστηριότητας, της παρατεινόμενης αβεβαιότητας για τις μακροοικονομικές προοπτικές και των αυξανόμενων περιορισμών στη ρευστότητα που προβλέπεται να συνεχίσουν να έχουν σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, εκτιμούν οικονομικοί αναλυτές της Eurobank.

Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος, η αύξηση της ανεργίας και η κατακόρυφη πτώση των επενδύσεων έχει ως αποτέλεσμα τη συστολή της εγχώριας ζήτησης.
 

Ο εξωτερικός τομέας θα είναι ο μόνος με θετική συνεισφορά στο ΑΕΠ, αν και αυτό προέρχεται κυρίως από την κατακόρυφη πτώση των εισαγωγών.
 

Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, εκτιμούν οι αναλυτές, θα ανέλθει στο 125,1% το 2020, έναντι πρόβλεψης 116,5% του ΔΝΤ τον Μάρτιο του 2012 με δεδομένη την επιδείνωση της δυναμικής των δημοσιονομικών μεγεθών της Ελλάδας σε σχέση με τις προβλέψεις στην τελευταία έκθεση της Τρόικα (Μάρτιος 2012). Η επιδείνωση οφείλεται στην βαθύτερη από την αναμενόμενη ύφεση και, σε μικρότερο βαθμό, στις αποκλίσεις στην υλοποίηση του προγράμματος, ως αποτέλεσμα της παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου.
 

Η επιμήκυνση της περιόδου δημοσιονομικής προσαρμογής, αν δεν επηρεάσει την οικονομική συμπεριφορά προς το καλύτερο, αναμένεται να οδηγήσει σε επιπρόσθετη επιδείνωση της δυναμικής του δημόσιου χρέους για το σύνολο της περιόδου πρόβλεψης, 2012-2020, κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες, αναφέρεται στην μελέτη.
 

Αιτίες είναι μια πιο σταδιακή βελτίωση (σε σχέση με το βασικό σενάριο) του πρωτογενούς ισοζυγίου της γενικής κυβέρνησης κατά την επιμηκυνθείσα περίοδο προσαρμογής και οι αυξημένες δαπάνες για τόκους (σε σχέση με το βασικό σενάριο), ως αποτέλεσμα του υψηλότερου δανεισμού της κυβέρνησης για τη χρηματοδότηση του κενού χρηματοδότησης που θα προέκυπτε.
 

Ωστόσο, η ελληνική οικονομία έχει τη δυνατότητα να επιστρέψει σε μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης από αυτούς που προβλέπει η τελευταία έκθεση της Τρόικα (Μάρτιος 2012), ιδιαίτερα αν ευδοκιμήσει το αίτημα για επιμήκυνση του χρόνου δημοσιονομικής προσαρμογής. Οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης θα μπορούσαν να προκύψουν ως αποτέλεσμα της συσσώρευσης μεγάλων αρνητικών παραγωγικών κενών και αδρανούς παραγωγικής ικανότητας λόγω της πολυετούς ύφεσης.


Όταν αρχίσει η ανάκαμψη, αυτή η πλεονάζουσα προσφορά θα πρέπει να εξαλειφθεί. Ως εκ τούτου, ένα αισιόδοξο σενάριο με ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης της τάξης του 3,7% ετησίως είναι εφικτό, υπό τους όρους της αυστηρής εφαρμογής του προγράμματος διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, της απρόσκοπτης παροχής χρηματοδότησης από τους επίσημους δανειστές και της εξάλειψης του φόβου επιστροφής στη δραχμή.
 

Στο παραπάνω θετικό δυνητικό σενάριο, η επιδείνωση του χρέους μπορεί να εξαλειφθεί, ακόμα και να αντιστραφεί από την ευνοϊκότερη αναπτυξιακή δυναμική. Σε αυτό το σενάριο, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει τη δυνατότητα να πέσει στο 108,8% μέχρι το 2020, εκτιμά η μελέτη.