Οι εκπρόσωποι της τρόικα ήθελαν να βάλουν οριστικό λουκέτο στην Αγροτική Τράπεζα, είπε μεταξύ άλλων στη Βουλή ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιώργος Προβόπουλος, προσθέτοντας πως κυβέρνηση και ΤτΕ ήθελαν να αποφύγουν κάτι τέτοιο με κάθε κόστος.

Στην ομιλία του ο κ. Προβόπουλος τόνισε ότι όλα έγιναν με νόμιμο τρόπο:

«Τα υγιή στοιχεία της ΑΤΕ μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Πειραιώς. Το υπόλοιπο τμήμα παραμένει στην λεγόμενη «κακή» τράπεζα για εκκαθάριση ή για αξιοποίηση από το Δημόσιο, ανάλογα με την περίπτωση.

Οι ενέργειες αυτές έγιναν βάσει των όσων προβλέπει η σχετική νομοθεσία. Ακολουθήθηκαν κατά γράμμα οι προβλεπόμενες διαδικασίες» είπε ο κεντρικός τραπεζίτης.

 

Οι λόγοι για τους οποίους έγινε η μεταφορά στην Πειραιώς κατατέθηκαν και από μελέτη της ΤτΕ η οποία αναφέρει:


Πρώτον, αποτελεί μόνιμη-βιώσιμη λύση σε σύγκριση με την ίδρυση μεταβατικής τράπεζας, όπου θα έπρεπε να εξευρεθεί σύντομα ιδιώτης αγοραστής,

 

Δεύτερον, δεν απαιτείται κατ’ ανάγκην δραστική μείωση του προσωπικού και του δικτύου, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση της μεταβατικής τράπεζας,

 

Τρίτον, επιταχύνει την προσαρμογή της εταιρικής κουλτούρας και αναβαθμίζει την αποτελεσματικότητα του  μεταβιβαζόμενου υγιούς τμήματος,

 

Τέταρτον, ενέχει το μικρότερο τελικό κόστος, λαμβάνοντας υπόψη και την ενίσχυση της μελλοντικής κερδοφορίας λόγω συνεργειών,

 

Πέμπτον, συντρέχει μειωμένος κίνδυνος επιπρόσθετων αναγκών ανακεφαλαιοποίησης στο μέλλον.  Διότι εάν δεν βρισκόταν ενδιαφερόμενος επενδυτής σύντομα να αποκτήσει την μεταβατική τράπεζα, η τελευταία θα χρειαζόταν αργά ή γρήγορα και νέα κεφάλαια,

 

Εκτον, ενώ το χρηματοδοτικό κόστος εμφανίζεται, εκ πρώτης όψεως, να είναι το ίδιο και στις δύο λύσεις, στην πραγματικότητα το τελικό πραγματικό κόστος θα είναι χαμηλότερο στην περίπτωση της μεταβίβασης. Διότι τις συνέργειες που θα επιτευχθούν θα τις καρπωθεί πρωτίστως ο κύριος μέτοχος της Τράπεζας Πειραιώς. Που δεν είναι άλλος από το Ελληνικό Δημόσιο, μέσω του ΤΧΣ.

Ο κ. Προβόπουλος τόνισε η λύση που επελέγη ήταν η πλέον συμφέρουσα. Για τους καταθέτες και τους εργαζομένους, για το ίδιο το Δημόσιο μέσα από τις συνέργειες που προκύπτουν, για την σταθερότητα και την ασφάλεια του τραπεζικού συστήματος.

Η λύση που επελέγη αποτελούσε επομένως μονόδρομο και προξενεί την μικρότερη δυνατή επιβάρυνση για τον φορολογούμενο. Αποτελεί τη μόνη πραγματικά βιώσιμη λύση.  Μια λύση που συμβάλλει και στην αναδιάταξη και ενδυνάμωση του τραπεζικού συστήματος της χώρας, που έχει ήδη δρομολογηθεί.