Η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη δεν είναι ούτε πιθανή βραχυπρόθεσμα ούτε διαχειρίσιμη, τονίζει η Credit Suisse. Ωστόσο, ο διεθνής οίκος παραμένει επιφυλακτικός, όσον αφορά στις προοπτικές της Ελλάδας σε ορίζοντα 6-12 μηνών. 

 

Ο οίκος υπογραμμίζει ότι η ΕΚΤ είναι στην καλύτερη θέση να ενεργήσει επισημαίνοντας πως ήρθε η ώρα η ΕΚΤ να αναδιαρθρώσει τα ελληνικά κρατικά ομόλογα που κατέχει, ώστε να αντιμετωπίσει τις όποιες ανησυχίες για το θέμα της προτεραιότητας αποπληρωμής. 

 

Ειδικότερα, η Credit Suisse στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική της (17/8), αναφέρει ότι η κατάσταση στην Ελλάδα συνεχίζει να εξελίσσεται και παραμένει σημαντική για τους ευρωπαίους επενδυτές, με το κλίμα και τις ευρωπαϊκές αγορές επιτοκίων να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στις ελληνικές εξελίξεις. 

 

Ο οίκος σημειώνει ότι διαφωνεί εντελώς με τα σχόλια γερμανών πολιτικών, που όπως σχολιάζει ελπίζει να έχουν πολιτικά κριτήρια και να μην είναι η πραγματική τους πεποίθηση, ότι μια έξοδος της Ελλάδας τώρα θα είναι διαχειρίσιμη. 

 

Αν και θεωρεί ότι αυτό μπορεί να είναι εφικτό, παρόλα αυτά δεν πιστεύει ότι αυτό ισχύει τώρα, με την κατάσταση στην Ισπανία απλώς να τονίζει τους κινδύνους: η μετάσταση από μια έξοδο της Ελλάδας θα ήταν δύσκολο να περιοριστεί από την ευρωζώνη και αδύνατο με τα υφιστάμενα πολιτικά «εργαλεία».

 

Για την έξοδο της Ελλάδας επισημαίνει ότι είναι εξαιρετικά απίθανο να συμβεί βραχυπρόθεσμα, καθώς δεν υπάρχουν εμφανείς καταλύτες και δεν είναι προς το συμφέρον κανενός. 

 

Η Credit Suisse μακροπρόθεσμα παραμένει εξαιρετικά επιφυλακτική, τονίζοντας πως η έκθεση της τρόικας είναι κρίσιμης σημασίας. Σε ορίζοντα 6-12 μηνών θεωρεί πως η ευάλωτη θέση της Ελλάδας δεν είναι βιώσιμη και θα πρέπει να υπάρξει διευθέτηση του θέματος. Τα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα στην ευρύτερη περιοχή του ευρώ σημαίνουν ότι η παροχή της επιπρόσθετης στήριξης που είναι ξεκάθαρο ότι χρειάζεται η Ελλάδα θα είναι εξαιρετικά δύσκολη, με αξιοσημείωτο τον κίνδυνο να αποδειχθεί ότι δεν θα επαρκεί για να ξαναφέρει την Ελλάδα σε πολιτικά και οικονομικά βιώσιμο δρόμο. 

 

Βραχυπρόθεσμα, οι συναντήσεις που θα πραγματοποιήσουν την επόμενη εβδομάδα Σαμαράς-Μέρκελ-Ολάντ, σε συνδυασμό με την διαρροή της πρότασης για τροποποίηση του προγράμματος προσαρμογής, θεωρείται ότι είναι απλώς το επόμενο στάδιο της συνεχιζόμενης διαπραγμάτευσης της Ελλάδας με την ευρωζώνη. Αν και πιθανότατα θα υπάρξουν πολλοί πρωτοσέλιδοι τίτλοι, η Credit Suisse αναμένει ότι λίγες θα είναι οι ουσιαστικές εξελίξεις εν όψει της δημοσιοποίησης της έκθεσης της τρόικας και της ανάλυσης για την βιωσιμότητα του χρέους που θα περιέχονται σε αυτήν.

 

Παράλληλα, η ΕΚΤ μπορεί να παράσχει άμεση και ουσιαστική στήριξη τόσο στην Ελλάδα όσο και στις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων γενικότερα. 

 

Συγκεκριμένα, η ΕΚΤ μπορεί να διασφαλίσει ότι η Ελλάδα θα ανταποκριθεί στις εξωτερικές της υποχρεώσεις χρησιμοποιώντας τον ELA –όπως έγινε εμφανές από την πρόσφατη έκδοση για την κάλυψη των ομολόγων που λήγουν στις 20 Αυγούστου. 

 

Η ΕΚΤ έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει με πολύ πιο βιώσιμο και ουσιαστικό τρόπο, αναδιαρθρώνοντας τα ελληνικά κρατικά ομόλογα που κατέχει. Αφού το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοδοτικών αναγκών της Ελλάδας για τα επόμενα χρόνια αφορά στην εξυπηρέτηση των ομολόγων και δανείων του επίσημου τομέα, η μείωση αυτών των απαιτήσεων θα είχε δραματική επίπτωση στην ικανότητα της Ελλάδας να χρηματοδοτηθεί. 

 

Αν γίνει με ουσιαστικό τρόπο, θα μπορούσε επίσης να διευθετήσει το θέμα της προτεραιότητας εξυπηρέτησης των ομολογιούχων. Και, σύμφωνα με την Credit Suisse, αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο εάν η ΕΚΤ αναδιαρθρώσει τα ελληνικά κρατικά ομόλογα που κατέχει όπως έγινε και με το PSI.