Αντίστροφα μετρά πλέον ο χρόνος στο Μέγαρο Μαξίμου σε ό,τι αφορά τις επικείμενες, ίσως καθοριστικής σημασίας, συναντήσεις του πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά, τόσο με τη γερμανίδα καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ, στο Βερολίνο, όσο και με τον πρόεδρο της Γαλλίας, Φρανσουά Ολάντ, στο Παρίσι, στις 24 και στις 25 Αυγούστου αντίστοιχα.


Ο έλληνας πρωθυπουργός, διαμηνύει σε όλους τους τόνους ότι «θα τα καταφέρουμε... δεν έχουμε δικαίωμα να μην πάμε καλά», αποτυπώνοντας έτσι την αισιοδοξία του για το γύρο των συνομιλιών που θα έχει στις δύο πρωτεύουσες όπου «χτυπά η καρδιά» της Ευρώπης. Βέβαια οι διεθνείς αναλύσεις ως προς την προοπτική των συνομιλιών του κ. Σαμαρά διίστανται, προμηνύοντας «καυτή εβδομάδα» γεμάτη «επικίνδυνες αποστολές». 

 


Με δεδομένη την αποφασιστικότητα που φαίνεται ότι επιδεικνύει η κυβέρνηση στο εσωτερικό σχετικά με την προώθηση των μεταρρυθμίσεων και την εφαρμογή του «εμπροσθοβαρούς» σχεδίου των 11,5 δισ. ευρώ,αλλά και με πίστη για άντληση διαπραγματευτικού κεφαλαίου από τη συνάντηση μεταξύ του κ. Σαμαρά με τον πρόεδρο του Eurogroup, Ζαν Κλωντ Γιουνκέρ, στο Μέγαρο Μαξίμου ευελπιστούν ότι θα επιτύχουν να τεθεί σοβαρά και με ουσιαστικό τρόπο το ζήτημα της χρονικής αναπροσαρμογής του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής.

 

Ακόμη, η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών, Δημήτρη Αβραμόπουλου,στη γερμανική πρωτεύουσα, την Κυριακή και τη Δευτέρα, 19 και 20 Αυγούστου αντίστοιχα, με σκοπό τη διενέργεια διαβουλεύσεων με τον ομόλογό του, Γκίντο Βεστερβέλε, έπειτα από πρόσκληση του τελευταίου, θεωρείται ότι από τη  μία θα προλειάνει το διπλωματικό έδαφος για τον Αντώνη Σαμαρά, ενώ από την άλλη θα αποφέρει δείγματα της στάσης που πρόκειται να διατηρήσει η Γερμανία ως προς το υπό διατύπωση ελληνικό αίτημα.

 

Πάντως, μέσα στην εβδομάδα, ο Στέφεν Ζάιμπερτ, κυβερνητικός εκπρόσωπος της Γερμανίας, τόνισε ότι η Άνγκελα Μέρκελ «παραμένει προσηλωμένη στην ισχύουσα συμφωνία όσον αφορά τις υποχρεώσεις της Ελλάδας για τις μεταρρυθμίσεις», εν τούτοις σημείωσε πως «η καγκελάριος θα ακούσει βεβαίως τι έχει να πει ο κ. Σαμαράς για την κατάσταση στην Ελλάδα και για την εφαρμογή του προγράμματός της».

 

Η «διαμάχη» FT Deutschland – Bloomberg


Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από το τι όντως θα συμβεί τελικά, τα διεθνή μέσα ενημέρωσης εμφανιζονται διχασμένα για την εξέλιξη των συζητήσεων σε Βερολίνο και Παρίσι. Χαρακτηριστικό είναι ότι εχθές Παρασκευή έκαναν την εμφάνισή τους δύο αντικρουόμενα δημοσιεύματα σχετικά με το θέμα του πολυθρύλητου αιτήματος που αναμένεται να διατυπώσει μέσα στην εβδομάδα ο Αντώνης Σαμαράς.

 

Προκαταλαμβάνοντας την αρνητική στάση της καγκελαρίου της Γερμανίας, η γερμανική έκδοση των Financial Times παρατήρησε σε ρεπορτάζ της, όπως δημοσίευσε Το Βήμα, ότι «η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ θα χαιρετίσει τον έλληνα πρωθυπουργό την επόμενη Παρασκευή και μάλιστα με στρατιωτικές τιμές. Ωστόσο, η συζήτηση που θα ακολουθήσει στο γεύμα θα είναι ψυχρή».

 

Το έγκυρο έντυπο αιτιολογεί αυτή την πρόβλεψη, υποστηρίζοντας ότι η συνοχή του κυβερνητικού συνασπισμού, το στραμμένο στην ερχόμενη εκλογική διαδικασία βλέμμα της κ. Μέρκελ, αλλά και η σθεναρή αντίσταση του αντικαγκελάριου και υπουργού Οικονομικών, Φίλιπ Ρέσλερ, προς όποιο ενδεχόμενο επιπλέον βοήθειας προς την Αθήνα, δεν επιτρέπουν μεγάλες προσδοκίες από τον Αντώνη Σαμαρά. Οπότε, για τους FT Deutschland, η χρονική επιμήκυνση, που προϋποθέτει και απαιτεί τρίτο πακέτο διάσωσης, ώστε να καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό, παραπέμπεται στις… ευρωπαϊκές καλένδες.

 

Ωστόσο δεν απραλείπεται η αναφορά των FT Deutschland στην πεποίθηση ότι με δεδομένη την αναγνώριση των ελληνικών προσπαθειών και την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, η Άνγκελα Μέρκελ δε θα ήταν αρνητική, εάν το βεβαίωναν το ΔΝΤ και οι αρμόδιοι ευρωπαϊκοί θεσμοί, στην προοπτική εκταμίευσης μίας δόσης από το δεύτερο πακέτο βοήθειας μέσα στο Σεπτέμβριο. Βέβαια, μέχρι τότε μεσολαβούν τόσο η αποσαφήνιση του προγράμματος των 11,5 δισ. ευρώ όσο και η αξιολόγηση της τρόικα.

 

Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τα όσα ανέφεραν στο Bloomberg δύο βουλευτές της συμπολίτευσης, ο Κλάους - Πέτερ Βιλς των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και ο Φρανκ Σέφλερ των Φιλελεύθερων Δημοκρατών (FDP), η καγκελαρία φέρεται να διερευνά την προοπτική κάποιας  -αδιευκρίνιστης προς ώρας- χαλάρωσης των όρων που αφορούν στο ελληνικό πρόγραμμα.

 

Οι δύο πολιτικοί, οι οποίοι σημειωτέον έχουν καταψηφίσει στη Μπούντεσταγκ ρυθμίσεις της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της κρίσης, συντείνουν στο ότι προετοιμάζεται μία «διευκόλυνση» της Ελλάδας. «Η επίσημη στάση είναι αυστηρή, αλλά την ίδια ώρα η κυβέρνηση στέλνει κάποιους να "δοκιμάσουν το νερό" για το πώς θα μπορούσε να εγκαταλειφθεί αυτή η σκληρή γραμμή» υποστήριξε ο χριστιανοδημοκράτης πολιτικός, για να πάρει τη σκυτάλη ο φιλελεύθερος ομόλογός του, παρατηρώντας πως  είναι ήδη ορατή «η χαλάρωση στην περίπτωση της Ισπανίας, που έλαβε το "πολυτελές πακέτο" διάσωσης αντί ενός πλήρους μνημονίου».



Εν τω μεταξύ, η τελευταία δημοσκόπηση του πρακτορείου Reuters, με ερωτώμενους επιφανείς οικονομολόγους, κατέδειξε ότι υπάρχει μία ελαφρά μεταστροφή σε ό,τι αφορά την πεποίθηση περί ελληνικής παραμονή στο ευρώ, σε σύγκριση με αντίστοιχη έρευνα του Μαϊου. Οι 45 από τους 64 της έρευνας έκριναν ότι υπερτερούν όλα όσα δείχνουν ότι η Ελλάδα δύναται να παραμείνει τουλάχιστον για ένα χρόνο ακόμα μέλος της ΟΝΕ. Συμπερασματικά το πρακτορείο κατέληγε σε σημείωμά του πως αυτή τη στιγμή οι πολιτικοί δεσμοί εντός της ευρωζώνης είναι πιο ισχυροί από τις οικονομικές διαφοροποιήσεις των Κρατών - Μελών.

 

Ένα νόμισμα, πολλές στρατηγικές


Με δεδομένα τα παραπάνω, ενώ θα απαιτούνταν μεγαλύτερη σύμπνοια των ευρωπαίων εταίρων, η αλήθεια είναι ότι αυτή τη στιγμή η ευρωζώνη μοιάζει, αν όχι διαιρεμένη, τουλάχιστον σε σύγχυση. Σε καθημερινή σχεδόν βάση κορυφαίοι πολιτικοί των Κρατών - Μελών της ΟΝΕ ή και αξιωματούχοι της ΕΕ διατυπώνουν αντικρουόμενες μεταξύ τους απόψεις για την προοπτική του κοινού νομίσματος.

 

Χαρακτηριστικό της κατάστασης που επικρατεί είναι το «διπλό χτύπημα» που σημειώθηκε μέσα στην εβδομάδα από τις δηλώσεις αφενός του υπουργού Εξωτερικών της Φινλανδίας, Έρκι Τουομιόγια, αφετέρου του αυστριακού ομολόγου του, Μίχαελ Σπίντελεγκερ. Ούτε λίγο ούτε πολύ ο πρώτος έκανε σαφή λόγο για «προετοιμασία σε ό,τι αφορά τη διάλυση του ευρώ», ενώ ο δεύτερος μίλησε για τη θέσπιση «δυνατότητας εξαναγκασμού μιας χώρας στην εγκατάλειψη της ευρωζώνης». Παρότι σχεδόν άμεσα τόσο το Ελσίνκι όσο και η Βιέννη αποπειράθηκαν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις, μιλώντας για δεδομένη στήριξη προς το ευρώ, ήταν μάλλον επιβεβλημένη μία ρήση εκπροσώπου της Κομισιόν, του Ολιβιέ Μπαγί συγκεκριμένα, ο οποίος την Παρασκευή εναφέρθηκε στον «αμετάκλητο» χαρακτήρα του ευρώ.

 

Αν και ο Μπαγί τόνισε ότι «καθήκον μας είναι μόνο να επικεντρωνόμαστε στην διατήρηση της ακεραιότητας της ευρωζώνης», αποκλείοντας τις φήμες που ήθελαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επεξεργάζεται σενάρια εξόδου μίας χώρας από τη ζώνη του ενιαίου νομίσματος, λίγοι ένιωσαν ανακούφιση. Η πολυφωνία είναι ευεργετική για τη δημοκρατία και σίγουρα καταδεικνύει το ενδιαφέρον που υπάρχει για την ευρωπαϊκή προοπτική στο φώς της κρίσης. Εν τούτοις ο τρόπος που η ποικιλία θέσεων αποτυπώνεται στο πλαίσιο της ευρωζώνης, αντί να παραπέμπει σε μία σύγχρονη ευρωπαϊκών διαστάσεων εκκλησία του δήμου, θυμίζει την πολυγλωσσία της Βαβέλ.

 

Κράτη - Μέλη υπό κατάρρευση


Αν και σαφώς οι όποιες δηλώσεις από μόνες τους ούτε διασώζουν ούτε καταβαραθρώνουν το οικοδόμημα της ΟΝΕ, εν τούτοις διαδραματίζουν το δικό τους κρίσιμο ρόλο σε μία περίοδο που ο κλοιός καθημερινά στενεύει για την Ισπανία, ενώ και η κατάσταση στην Ιταλία, οσο και αν αυτό επιδιώκεται να μην προβάλλεται ιδιαίτερα, παραμένει οριακή.

 

Όπως προκύπτει από στέλεχος του ισπανικού υπουργείου Οικονομικών, οι Ίβηρες φαίνεται ότι θα αιτηθούν «σύντομα» την έναρξη της διαδικασίας «εκταμίευση μιας πρώτης δόσης από το ποσό των έως και 100 δισ. ευρώ που η ΕΕ συμφώνησε να δανείσει στη χώρα για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών της». Παράλληλα, η δήμαρχος της Μαδρίτης, Άνα Μποτέγια, στέλεχος πρώτης γραμμής για το κυβερνών Λαϊκο Κόμμα, σύμφωνα με συνέντευξή της στο πρακτορείο ειδήσεων Europa Press, έκρινε ότι «μοιάζει αναπόφευκτη» η ισπανική προσφυγή στα ευρωπαϊκά ταμεία.

 

Την ίδια στιγμή, στη γειτονική Ιταλία, ο τεχνοκράτης Μάριο Μόντι, παρά τις προσδοκίες που συνόδευσαν την ανάδειξή του σε πρωθυπουργό, φαίνεται αδύναμος να αλλάξει τη μοίρα της χώρας του. Επί πρωθυπουργίας του, κανένας ποσοτικός δείκτης δεν έχει βελτιωθεί, ενώ σε ποιοτικούς όρους, το κύμα περικοπών αποδιαρθρώνει την κοινωνική συνοχή. Σε μία χώρα με παραοικονομία που φθάνει στο 21% του ΑΕΠ της, ο πόλεμος που κήρυξε ο Μόντι εναντίον της φοροδιαφυγής φέρνει στο νου τον Δον Κιχώτη και τους ανεμόμυλους. Άλλωστε ο ίδιος ο ηγέτης της Ιταλίας φαίνεται να έχει κατανοήσει ότι αν στο βραχυμεσοπρόθεσμο ορίζοντα δεν υιοθετηθεί κάποια εκδοχή «ευρωομολόγων», η χώρα του δε θα αργήσει να βρεθεί στο ίδιο σημείο του δύσβατου μονοπατιού στο οποίο από κοινού πορεύεται, αν και από άλλες θέσεις μέχρι στιγμής, με την Ισπανία.

 

Η κρίσιμη συνάντηση Μέρκελ – Ολάντ


Υπό το βάρος τόσο της κρισιμότητας των καταστάσεων στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, όσο και της χρονικής πίεσης για τη λήψη σαφών, στοχευμένων και λειτουργικών αποφάσεων, ξεχωριστή σημασία αποκτά και η επίσκεψη του προέδρου της Γαλλίας, Φρανσουά Ολάντ, στο Βερολίνο, την ερχόμενη Πέμπτη, 23 Αυγούστου. Εκεί θα τον υποδεχθεί για επίσκεψη εργασίας, η έναρξη της οποίας είναι προγραμματισμένη για τις 19:00 τοπική ώρα (20:00 ώρα Ελλάδας), η γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συνάντηση αυτή θα πραγματοποιηθεί μία ημέρα πριν τη συνάντηση Μέρκελ – Σαμαρά στο Βερολίνο, καθώς και δύο πριν την αντίστοιχη μεταξύ του Φρανσουά Ολάντ με τον Έλληνα πρωθυπουργό στο Παρίσι.

 

Όπως ανακοινώθηκε από την καγκελαρία, στο επίκεντρο της συνομιλίας των δύο ηγετών θα βρεθεί, όπως είναι εύλογο, το «φλέγον» ζήτημα της κρίσης στην ευρωζώνη. Εξάλλου, η ίδια η Άνγκελα Μέρκελ, την Τετάρτη, από τον Καναδά όπου και βρέθηκε για να συναντηθεί με τον εκεί ομόλογό της, υπογράμμισε ότι ο «χρόνος τελείωνει».

 

Σε αυτό δεν την αμφισβητεί κανείς· εκεί που αρκετοί διατηρούν αμφιβολίες είναι αφενός ως προς το αν ισχύει η ολόθερμη στήριξη που παρείχε λεκτικά στο Μάριο Ντράγκι, αφετέρου ως προς το αν όντως οραματίζεται την πολιτική ένωση, που η ίδια από την Οτάβα δήλωσε ότι είναι απαραίτητη ώστε να πλαισιωθεί, θωρακιζόμενο με αυτόν τον τρόπο, το ενιαίο νόμισμα. Από την πλευρά του, ο νεοκλεγείς πρόεδρος της Γαλλίας μοιάζει να έχει απωλέσει την αρχική δυναμική του, δείχνοντας αμήχανος μπροστά στις εξελίξεις. Δεν είναι τυχαίο ότι τη γαλλική κοινή γνώμη αλλά και το διεθνή Τύπο φαίνεται να απασχολούν περισσότερο το τελευταίο διάστημα οι καλοκαιρινές εμφανίσεις της συζύγου του, παρά η δική του πολιτική δραστηριότητα.

 

Σε κάθε περίπτωση, το μέλλον διαρκεί λίγο, οπότε πλησάζει ο καιρός τόσο των επιβεβαιώσεων όσο και των διαψεύσεων για όλους.

 

Παναγιώτης Σκευοφύλακας