Βαθύτατα πολιτικό ζήτημα χαρακτηρίζει την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη έκθεση της Goldman Sachs και όπως σημειώνει σχετίζεται με σημαντικά κόστη τόσο για την Ελλάδα όσο και για τις άλλες χώρες της Ε.Ε.

Οπως εξηγεί η έξοδος της Ελλάδας είναι ένα βαθύτατα πολιτικό ζήτημα, μεταξύ άλλων διότι το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους της χώρας και ένα σημαντικό μέρος των τραπεζικών χρεών βρίσκεται πλέον στα χέρια του επίσημου τομέα. Τα κόστη που σχετίζονται με μια έξοδο είναι δύσκολο να καθοριστούν εκ προοιμίου και πιθανότατα θα ήταν υψηλά και για την Ελλάδα αλλά και για τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης.


Είναι λάθος να υποθέτουμε, αναφέρει, ότι η Ελλάδα μπορεί να μεταβεί σε δικό της νόμισμα με ευκολία, σχολιάζει η Goldman Sachs. Μια διακοπή της ρευστότητας της ΕΚΤ προς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα (όπως ορίζεται στην ουσία η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη) θα υποδήλωνε μια ανατροπή των δημοσιονομικών και συναλλαγματικών δομών της χώρας. Το Ευρωσύστημα θα έρχονταν αντιμέτωπο με απώλειες μέσω των άμεσων εκθέσεων στην ελληνική κυβέρνηση και στο σύστημα Target 2, αλλά και μέσω των έμμεσων καναλιών όπως είναι η μετάδοση της κρίσης και το αρνητικό προηγούμενο στις αγορές.


Το πώς θα χειριστεί το σύστημα τέτοιες απώλειες στην περίπτωση εξόδου της Ελλάδας, παραμένει άγνωστο. Κατά την άποψη της Goldman Sachs, για όσο η υπόλοιπη ευρωζώνη δεν είναι αρκετά εύρωστη ώστε να χειριστεί τις πιθανές επιπτώσεις από την ελληνική κρίση, είναι απίθανο να ληφθούν βίαιες ενέργειες κατά της Ελλάδας, εκτός και αν η Ελλάδα αθετήσει μονομερώς τις υποχρεώσεις της. Σε μια τέτοια περίπτωση, η χρηματοδότηση πιθανότατα θα σταματούσε να καθιστά πιθανό σενάριο μια έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη.


Σύμφωνα με τον διεθνή οίκο, οι πρόσφατες εξελίξεις στην ελληνική πολιτική σκηνή σηματοδοτούν μια σημαντική βελτίωση σε σχέση με το αβέβαιο σκηνικό που προηγήθηκε των εκλογών του Ιουνίου.


Η πιο θετική έκπληξη –κατά την Goldman Sachs- ήταν η επιμονή του πρωθυπουργού κ. Αντώνη Σαμαρά να «ξαναχτίσει» την εξωτερική αξιοπιστία της ελληνικής κυβέρνησης προτού ζητήσει την χαλάρωση των όρων δανεισμού της Ελλάδας.


Σε γενικές γραμμές, η GS εκτιμά πως η νυν κυβέρνηση θα προσπαθήσει να κάνει το καλύτερο που μπορεί για να μην προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες που θα ανάγκαζαν τους νομοθέτες της ευρωζώνης να διακόψουν τις πληρωμές με κάποιον τρόπο. Επιπλέον, η εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2012, δεν απέχει πολύ από τους στόχους.


Ωστόσο, το βασικό ερώτημα παραμένει αν η προσαρμογή του προϋπολογισμού και τα σχέδια για μεταρρυθμίσεις είναι πολιτικά βιώσιμα, δεδομένου ότι η επίπτωσή τους στην αρνητική κυκλική θέση της Ελλάδας θα είναι πιθανότατα πολύ μεγάλη βραχυπρόθεσμα.


Ο διεθνής οίκος σημειώνει πως η κυβέρνηση θα έχει να περάσει δυο κρίσιμες δοκιμασίες τις επόμενες εβδομάδες: Η πρώτη είναι η επίτευξη συμφωνίας για τις λεπτομέρειες των περικοπών ύψους 11,5 δισ. ευρώ εν όψει των συναντήσεων που θα έχει ο κ. Σαμαράς με την Angela Merkel στις 24 Αυγούστου και τον Francois Hollande στις 25 Αυγούστου. Η δεύτερη θα είναι η ψηφοφορία στη Βουλή επί των νέων μέτρων, που πιθανότατα θα διενεργηθεί κάποια στιγμή τον Σεπτέμβριο


Σύμφωνα με τον διεθνή οίκο, η πολιτική της δημοσιονομικής προσαρμογής παραμένει δύσκολη στην Ελλάδα όμως δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η κυβέρνηση θα επιχειρήσει μετωπική σύγκρουση με τους νομοθέτες της ευρωζώνης στην παρούσα φάση. Από την άλλη πλευρά, πιστεύει πως οι κυβερνήσεις στην υπόλοιπη ευρωζώνη, συμπεριλαμβανομένης και της γερμανικής, θα συνεχίσουν να εκταμιεύουν χρήματα προς την Ελλάδα στο πλαίσιο των υφιστάμενων προγραμμάτων, για όσο η διαφοροποίηση από τους στόχους παραμένει σε «επιτρεπτά» όρια και η ελληνική κυβέρνηση κάνει σοβαρές προσπάθειες στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων.


Το τι θεωρείται «επιτρεπτό» δεν είναι ξεκάθαρο και οι αλλαγές στις πολιτικές διαθέσεις μπορούν να περιορίσουν ή να διευρύνουν το εύρος των «αποδεκτών» αστοχιών. Ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών δήλωσε πως ο χρόνος που χάθηκε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας θα πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν όταν θα αποτιμάται η πρόοδος –ή η έλλειψη προόδου- του προγράμματος. Όμως, τη ίδια ώρα, ξεκαθάρισε ότι δεν είναι δυνατόν να γίνουν ουσιαστικές αλλαγές. Ένα τρίτο πρόγραμμα ή μια ενίσχυση του τρέχοντος προγράμματος ή μια χαλάρωση των συμφωνηθέντων μέτρων για τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, σύμφωνα με την εκτίμηση της Goldman Sachs, θα οδηγούσαν στο τέλος την Γερμανία να ασκήσει βέτο σε ότι αφορά την εκταμίευση άλλων δόσεων.


Σύμφωνα με την Goldman Sachs, υπάρχουν αρκετοί πόροι ήδη ώστε να μπορέσει η Ελλάδα να χρηματοδοτηθεί για μια μακρά χρονική περίοδο, ακόμα και μετά το τέλος του τρέχοντος προγράμματος προσαρμογής για το 2014. .