Το οικονομικό περιβάλλον στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ, την Κίνα, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιαπωνία, την Ινδία, τη Ρωσία και τη Βραζιλία εξετάζουν οι οικονομολόγοι των μελών του δικτύου της Deloitte στην τελευταία έκδοση των Προοπτικών της Παγκόσμιας Οικονομίας για το γ' τρίμηνο.

 

Σύμφωνα με την έκθεση, η παγκόσμια οικονομία κάνει δύο βήματα μπροστά και ένα ή δύο πίσω, γεγονός που οφείλεται κυρίως στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα την πτωτική τάση της ευρωπαϊκής οικονομικής δραστηριότητας και την αυξημένη αβεβαιότητα. Αυτοί οι δύο παράγοντες με τη σειρά τους επηρεάζουν αρνητικά όλο τον κόσμο. 


Σήμερα, παρατηρείται επιβράδυνση της ανάπτυξης στις περισσότερες από τις μεγάλες οικονομίες του κόσμου, νέες πολιτικές σε ορισμένες αγορές, αλλαγή κατεύθυνσης των επιτοκίων και των νομισμάτων και μεγαλύτερος βαθμός αβεβαιότητας σε σχέση με παλαιότερα. «Για μια ακόμη φορά, προσπαθούμε να βγάλουμε νόημα από μια κατάσταση σύγχυσης», αναφέρεται στην έκθεση. 


Ευρωζώνη: Η αχτίδα ελπίδας ότι η ευρωπαϊκή κρίση είχε φτάσει σ’ ένα θετικό σημείο καμπής στο πρώτο τρίμηνο του 2012, άρχισε να εξασθενεί καθώς τα οικονομικά προβλήματα της περιοχής επέστρεψαν δριμύτερα κατά το δεύτερο τρίμηνο. Στην πραγματικότητα, η κρίση φαίνεται να είναι πιο σοβαρή και πιο βαθειά από ποτέ, απειλώντας τη βιωσιμότητα της ευρωζώνης στη σημερινή της μορφή.
 

Οι λόγοι είναι πολιτικοί, καθώς και οικονομικοί. Η άνοδος της ριζοσπαστικής αριστεράς στην Ελλάδα ξύπνησε νέους φόβους για ελληνική έξοδο από την Ευρωζώνη. Το λεγόμενο «Grexit», που κάποτε θεωρούταν αδιανόητο, έχει γίνει ένα από τα ενδεχόμενα.

Ωστόσο, ο δεύτερος γύρος των ελληνικών εκλογών τον Ιούνιο, είχε ως αποτέλεσμα έναν συνασπισμό υπέρ του ευρώ. Εντωμεταξύ, οι γαλλικές προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές οδήγησαν σε μια σοσιαλιστική νίκη που ασκεί πίεση στην γαλλο-γερμανική συναίνεση για την αντιμετώπιση της κρίσης του ευρώ.

Η κατάσταση στις χρηματοπιστωτικές αγορές επιδεινώθηκε κατά το δεύτερο τρίμηνο, τα ασφάλιστρα κινδύνου για ιταλικά και ισπανικά ομόλογα αυξήθηκαν και η ανησυχία σχετικά με το μέλλον της Ευρωζώνης οδήγησε στο να στραγγίζει το κεφάλαιο από χώρες της περιφέρειας και σε μεγαλύτερη ανασφάλεια για το μέλλον της Ευρωζώνης.

Υπάρχουν δυο βεβαιότητες για το μέλλον της Ευρωζώνης. Πρώτον, οι χώρες της Ευρωζώνης πρέπει να ξεπληρώσουν τα χρέη τους (deleverage) και να βάλουν σε τάξη τις δημοσιονομικές τους υποθέσεις επειδή το δημόσιο χρέος έχει φθάσει σε μη βιώσιμα επίπεδα. Δεύτερον, η Ευρωζώνη χρειάζεται ανάπτυξη. 

Η μείωση των κρατικών δαπανών και, ως εκ τούτου, της συνολικής ζήτησης κατά την περίοδο υψηλής ανεργίας (Ισπανία 24% - Ελλάδα 21,7%) και πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας δεν βοηθάνε την ανάπτυξη.

Όσον αφορά στην ανάπτυξη, τρεις παράγοντες είναι ζωτικής σημασίας:

• Πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα: Βραχυπρόθεσμα, το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα των κρατικών δαπανών είναι ένας σημαντικός τρόπος για τη διατήρηση της ανάπτυξης. 

Για παράδειγμα, τα χρήματα που ρέουν σε χαμηλού εισοδήματος νοικοκυριά είναι πιθανό να έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή καθώς ένα μεγάλο ποσοστό από αυτά θα δαπανηθεί.

• Σύνθεση της ενοποίησης: Η φύση των δημοσιονομικών προσαρμογών, είτε επικεντρωθούν στη μείωση των δημοσίων δαπανών είτε στην αύξηση των φόρων, κάνει τη διαφορά για την ανάπτυξη. Εμπειρικά, οι περικοπές δαπανών είναι λιγότερο επιζήμιες για την οικονομική ανάπτυξη σε σχέση με τις φορολογικές αυξήσεις.

• Προσανατολισμός επενδύσεων σε σχέση με την κατανάλωση: Όταν πρόκειται για δημόσιες δαπάνες, η δομή είναι εξίσου σημαντική με το μέγεθος. Οι δημόσιες δαπάνες υποστηρίζουν το αναπτυξιακό δυναμικό της οικονομίας πιο αποτελεσματικά με επενδύσεις στην εκπαίδευση, τις υποδομές και τη τεχνολογία. Επομένως, εστιάζοντας σε αυτούς τους κλάδους, σε αντίθεση με αμιγώς καταναλωτικές δαπάνες, αυξάνονται οι προοπτικές ανάπτυξης και παραγωγικότητας. Σήμερα, οι προτεραιότητες του προϋπολογισμού στις χώρες κρίσης προσανατολίζονται προς την κατανάλωση, για παράδειγμα, στην μορφή των συντάξεων, ενώ οι δαπάνες για επενδύσεις υστερούν σε σχέση με τις δαπάνες του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

ΗΠΑ: Ενώ η κρίση στη Ευρωζώνη έχει αντίκτυπο στην οικονομία των ΗΠΑ, δεν αποτελεί το μοναδικό της πρόβλημα. Ένα ευρύ φάσμα διαρθρωτικών προβλημάτων αποτελεί συνεχή απειλή για την ανάπτυξη. Σε περίοδο ομαλών συνθηκών, τα προβλήματα αυτά θα περιόριζαν απλώς το ρυθμό της ανάπτυξης. Σε δύσκολους οικονομικούς καιρούς, κάνουν την οικονομία πιο ευάλωτη στην ύφεση. Αυτά τα διαρθρωτικά προβλήματα περιλαμβάνουν: 

• δευτερογενείς επιδράσεις από μια Ευρωπαϊκή κατάρρευση
• μια όλο και πιο βαθειά παγίδα ρευστότητας που καθιστά τη διαχείριση της νομισματικής πολιτικής πιο δύσκολη
• διαρθρωτικά προβλήματα στην αγορά εργασίας που οφείλονται σε μια αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων εργασίας, της τοποθεσίας της ανεργίας, καθώς και τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας
• απότομη μείωση του ρυθμού δημιουργίας νέων επιχειρήσεων
• μείωση του χρέους του ιδιωτικού τομέα που εξακολουθεί να έχει πολύ δρόμο να διανύσει

Κίνα: Η κινεζική κυβέρνηση προσπαθεί να επιτύχει μια ισορροπία μεταξύ της οικονομικής επιβράδυνσης και τους ταραγμένους ισολογισμούς των τραπεζών της. Οι αρχές ακολουθούν ένα στενό μονοπάτι που αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση της ύφεσης, αποφεύγοντας και μια βαθύτερη οικονομική κρίση. Το δίλημμα που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση είναι εν μέρει λόγω των αρνητικών επιπτώσεων της κρίσης στην Ευρώπη, καθώς η τελευταία αποτελεί τη μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά της Κίνας. Ένας άλλος παράγοντας που συμβάλλει στην επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας είναι με χρονική υστέρηση οι επιπτώσεις της αυστηρής νομισματικής πολιτικής του περασμένου έτους, η οποία είχε αρνητικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη της πίστωσης, συμπεριλαμβανομένης της πίστωσης που σχετίζεται με τους καταναλωτές και τη στέγαση.

Ηνωμένο Βασίλειο: Η βρετανική οικονομική απόδοση σημειώνει πτώση κατά 4,3% συγκριτικά με το 2007. Λαμβάνοντας υπόψη τις αντιξοότητες που προέρχονται από την Ευρώπη και τη συνεχιζόμενη δημοσιονομική πειθαρχία της βρετανικής κυβέρνησης, είναι απίθανο ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν πολύ στο άμεσο μέλλον παρά μια πιο επιθετική νομισματική πολιτική. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ, η συμπίεση των δημοσίων δαπανών, η οποία επιδεινώθηκε από τις αυξήσεις των φόρων, βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με εκείνη που καταγράφηκε στην Ιρλανδία και την Ισπανία. Αλλά ίσως πιο σημαντικός παράγοντας είναι η μείωση των καταναλωτικών δαπανών. Οι δαπάνες των νοικοκυριών είναι κατά 5,2% χαμηλότερες σήμερα από ό, τι ήταν στα τέλη του 2007.

Ιαπωνία: Η ιαπωνική οικονομία συνεχίζει να ταλαντεύεται μεταξύ ύφεσης και ανάπτυξης. Η μείωση των εξαγωγών στην Ευρώπη και την Κίνα, η αναπροσαρμογή δαπανών, η αλλαγή της νομισματικής πολιτικής, καθώς και η πιθανότητα μεγάλης αύξησης των φόρων μπορεί να καθυστερήσουν την σταθεροποίηση του κινητήρα ανάπτυξης της χώρας.

Ινδία: Η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας στην Ινδία υπήρξε μεγαλύτερη από ό, τι πολλοί αναλυτές περίμεναν. Ο υψηλός πληθωρισμός και η σταθερή υποτίμηση της ρούπια αναστέλλουν μια γρήγορη ανάκαμψη της ινδικής οικονομίας. Επιπλέον, οι εξωτερικές αντιξοότητες και η αποτυχία της κυβέρνησης να εφαρμόσει φιλικές προς την αγορά μεταρρυθμίσεις, επηρεάζουν αρνητικά την επενδυτική ψυχολογία στην Ινδία.

Ρωσία: Η ρωσική οικονομία σήμερα απολαμβάνει ισχυρή καταναλωτική ζήτηση, ιστορικά χαμηλό πληθωρισμό και αύξηση των κρατικών δαπανών για υποδομή. Δυστυχώς αυτοί οι παράγοντες είναι πιθανό να επηρεαστούν από την ύφεση στην Ευρώπη, την επιβράδυνση στην Κίνα και τη μείωση της τιμής του πετρελαίου. Επιπλέον, τόσο η εγχώρια όσο και η εξωτερική αβεβαιότητα υπονομεύουν τις επενδύσεις, με αποτέλεσμα να βλάπτονται μακροπρόθεσμα οι προοπτικές ανάπτυξης.

Βραζιλία: Φέτος, η Βραζιλία βιώνει μια σημαντική επιβράδυνση καθώς περιορίζεται το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών για τη χώρα. Η παγκόσμια κατάσταση έχει επίσης οδηγήσει στην αντιστροφή της κατεύθυνσης του νομίσματος της Βραζιλίας δημιουργώντας προβλήματα στη συσσώρευση του κεφαλαίου και τον πληθωρισμό. Η χώρα εξακολουθεί να βιώνει ισχυρή καταναλωτική ζήτηση, αλλά τα υψηλά επίπεδα χρέους και η αδυναμία πληρωμής τους απειλούν να την επιβραδύνουν. Όμως μια ευνοϊκή νομισματική πολιτική μπορεί να καθορίσει το πλαίσιο για την ανάκαμψη το 2013.