Παρά τις δυσκολίες αποτίμησης του κόστους της ανεργίας, η ΕΣΕΕ εκτιμά πως το ετήσιο κόστος για την ελληνική οικονομία ξεπερνά τα 3,95 δισ. ευρώ. 

 

Χωρίς να μπορεί να λάβει υπόψιν το κοινωνικό κόστος της ανεργίας, το οποίο εκδηλώνεται με τη διάλυση της οικογένειας, την περιθωριοποίηση του ατόμου και τη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, το υψηλό ψυχολογικό κόστος που αντιμετωπίζουν οι άνεργοι καθώς και την απαξίωση των επαγγελματικών ικανοτήτων των ανέργων λόγω της μη συμμετοχής τους στην παραγωγική διαδικασία, η ΕΣΕΕ επικεντρώθηκε στην εκτίμηση του μετρήσιμου κόστους της ανεργίας.

 

Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία του ΟΑΕΔ (Ιούλιος 2012) από τους 794.924 εγγεγραμμένους ανέργους μόνον οι 187.273 πληρούσαν τις προϋποθέσεις χορήγησης επιδόματος ανεργίας. Το ελάχιστο επίδομα ανεργίας έχει καθοριστεί από τις 12/03/2012 στα 360 ευρώ, προσαυξημένο κατά 10% για κάθε εξαρτημένο μέλος της οικογένειας. Συνεπώς, το ελάχιστο κόστος για τον ΟΑΕΔ ανέρχεται μηνιαίως σε 67,4 εκ. ευρώ. (187.273 επιδοτούμενοι x 360 ευρώ για το ελάχιστο επίδομα = 67.418.280 ευρώ σε μηνιαία βάση.) 

 

Με δεδομένο τους αυξητικούς ρυθμούς ανεργίας και χωρίς να συνυπολογίσουμε τα εορταστικά επιδόματα ανεργίας, τότε είναι πλέον βέβαιο πως το ετήσιο κόστος του ΟΑΕΔ για την καταβολή του επιδόματος ανεργίας ξεπερνάει τα 808,8 εκ. ευρώ. (12 μήνες x 67,4 εκ. ευρώ καταβολές ΟΑΕΔ για επιδόματα ανεργίας= 808,8 εκ. ευρώ ανά έτος, για την καταβολή επιδομάτων ανεργίας).

 

 

 

Η ανεργία όμως εμπεριέχει και έμμεσο κόστος όπως κόστος ευκαιρίας ή εναλλακτικό κόστος, οι πόροι δηλαδή που χάνει το κράτος από μειωμένες εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία αφού ούτε οι άνεργοι αλλά ούτε και οι δυνητικοί εργοδότες τους καταβάλλουν εισφορές. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΝ.ΕΜ.Υ. της ΕΣΕΕ οι απώλειες των ασφαλιστικών ταμείων με βάση το νέο κατώτατο μισθό ξεπερνούν τα 3,8 δις ευρώ ετησίως. Βέβαια, υπάρχει και το επιχείρημα πως καμία οικονομία δεν έχει κατορθώσει να παρουσιάσει μηδενικούς ρυθμούς ανεργίας. Αντίθετα, έχει παρατηρηθεί πως το μέγεθος της ανεργίας σε κάθε οικονομία κινείται μακροχρόνια γύρω από ένα ποσοστό, το οποίο ονομάζεται «φυσικό ποσοστό» ανεργίας, και το οποίο δεν μπορεί να μηδενιστεί. 

 

Αναλυτικότερα, με το ποσοστό ανεργίας στο 23,1% και με το αποδεκτό «φυσικό ποσοστό» ανεργίας της ελληνικής οικονομίας να κυμαίνεται στο 4%, τότε αφαιρώντας την ανεργία που θα είχαμε ούτως ή άλλως, ανεξάρτητα από την εμφάνιση της κρίσης οι ελάχιστες απώλειες των ασφαλιστικών ταμείων «περιορίζονται» στα 3,14 δις ευρώ. 

 

Με την παραδοχή πως το ποσοστό της ανεργίας στην αρχή της κρίσης το 2009 ήταν καταχρηστικά στα επίπεδα του 8%, τότε οι απώλειες για τα ασφαλιστικά ταμεία που θα μπορούσαν να αποδοθούν αποκλειστικά στην τελευταία τριετία της κρίσης, περιορίζονται ακόμα περισσότερο στα 2,5 δισ. ευρώ ετησίως. 

 

Εκτός ωστόσο από τις άμεσες καταβολές των επιδομάτων ανεργίας και τις απώλειες των ασφαλιστικών ταμείων –αναφερόμενοι πάντα στο μετρήσιμο κόστος-τότε στις παρενέργειες της ανεργίας θα πρέπει να προστεθεί η μείωση των καταθέσεων κατά 27,8%, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα τη ραγδαία επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών των τραπεζών και την ουσιαστική τους πλέον άρνηση να παράσχουν ρευστότητα στις επιχειρήσεις και εν τέλει στην αγορά εργασίας. 

 

Παράλληλα, η μείωση του συνόλου της ιδιωτικής κατανάλωσης από το 2008 έως το 2012 κατά 65 δισ. εκ των οποίων τα 29 δισ. αφορούν στο λιανεμπόριο, έχει ως συνέπεια αφενός για το κράτος μικρότερα έσοδα από την επιβολή του ΦΠΑ και αφετέρου για τον επιχειρηματικό κόσμο, μικρότερους κύκλους εργασιών, χαμηλότερα έσοδα και τελικά οριστική έξοδο από την αγορά. Και βέβαια, τα λουκέτα μπορεί να μεταφράζονται σε κλειστά καταστήματα, απώλειες ενοικίων, πτώση στα έσοδα οργανισμών κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ), απαξίωση της ακίνητης περιουσίας κλπ, όμως κυρίως πυροδοτούν τα απαγορευτικά υψηλά επίπεδα της ανεργίας. 

 

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, το ελάχιστο ετήσιο κόστος για την ελληνική οικονομία ξεπερνά τα 3,95 δισ. ευρώ. 

 

Ο επιμερισμός και το εμπόριο

 

Τα 3,14 δισ. ευρώ είναι η εκτίμηση της ελάχιστης απώλειας των ασφαλιστικών ταμείων που οφείλεται στην οικονομική κρίση, συν τα 0,809 δισ. ευρώ από την καταβολή των επιδομάτων ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, ισούνται με τα 3,95 δισ. ευρώ του ετήσιου ελάχιστου κόστους ανεργίας. 

 

Σημειώνεται δε, πως ο υπολογισμός αυτού του κόστους έχει βασιστεί στο νέο χαμηλότερο κατά 22% κατώτατο μισθό καθώς και στο χαμηλότερο επίδομα ανεργίας, χωρίς να προσμετράται το κοινωνικό και ψυχολογικό κόστος της ανεργίας, αλλά ούτε τα λουκέτα που πολλαπλασιάζονται στην αγορά εξαιτίας της βαθιάς ύφεσης. 

 

Αντίστοιχα το ελάχιστο κόστος της ανεργίας για το εμπόριο υπολογίζεται από την απώλεια εισφορών στον ΟΑΕΕ και το ποσό καταβολής των επιδομάτων ανεργίας σε άνεργους αυταπασχολούμενους και πρώην εργοδότες. Οι απώλειες των εισφορών από τις 68.000 επιχειρήσεις που έχουν ήδη κλείσει ετησίως ανέρχεται σε 706.782.000 ευρώ, ενώ το ποσό αυτό αυξάνεται λόγω του ρυθμού αύξησης των λουκέτων και φυσικά δεν περιλαμβάνει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των εμπόρων που έχουν κλείσει τα καταστήματα τους. 

 

Εκτιμάται μάλιστα πως 1 στους 2 εμπόρους έχει μετατραπεί σε οφειλέτη του ΟΑΕΕ και είναι χωρίς ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη εξαιτίας της μη θεώρησης του βιβλιαρίου ασθενείας, κάτι που βεβαίως απαιτεί άμεση λύση. 

 

Τα επιδόματα ανεργίας από την απώλεια θέσεων εργασίας από την αρχή του 2012 στον κλάδο του εμπορίου υπολογίζονται σε 46.522. Άρα το κόστος από την καταβολή των επιδομάτων ανεργίας από τον ΟΑΕΔ είναι το ελάχιστο 201.000.000 ευρώ. 

 

Οπως σημειώνει η ΕΣΕΕ, θα μπορούσαμε επομένως να προσδιορίσουμε το ελάχιστο μετρήσιμο «κόστος ανεργίας» του εμπορίου στο ποσό των 907.782.000 ευρώ. Από τα 4 δις λοιπόν του συνολικού κόστους της ανεργίας, σχεδόν το 1 δισ. ετησίως, αφορά στο εμπόριο, επιβεβαιώνοντας έτσι το ποσοστό 25% της συμμετοχής του κλάδου του εμπορίου στην απασχόληση.