Κατά 8% μειώθηκε η κατανάλωση των εμφιαλωμένων νερών στην Ελλάδα το 2011, έναντι μείωσης 4,5% το 2010. Η ζήτηση για τα εμφιαλωμένα νερά καλύπτεται από εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα, ενώ το εξωτερικό εμπόριο του κλάδου είναι εξαιρετικά περιορισμένο.  

 

ο μεγαλύτερο μερίδιο επί του όγκου παραγωγής καταλαμβάνουν τα μεταλλικά νερά (72% περίπου) και ακολουθούν τα επιτραπέζια και ανθρακούχα νερά. 

 

Aναλυτικότερα, ο κλάδος των εμφιαλωμένων νερών περιλαμβάνει αξιόλογο αριθμό μικρομεσαίων επιχειρήσεων και ολιγάριθμες μεγάλες εταιρείες, οι οποίες είτε ασχολούνται αποκλειστικά με την εμφιάλωση νερού, είτε δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο κλάδο τροφίμων και ποτών. Οι τελευταίες μεταβολές και προοπτικές εξέλιξης του κλάδου παρουσιάζονται στην τελευταία έκδοση της σχετικής Κλαδικής Μελέτης που εκπόνησε ηΔιεύθυνση Οικονομικών Μελετών της ICAP Group Α.Ε. 

 

Οι μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου έχουν οργανωμένα και εκτεταμένα δίκτυα διανομής που καλύπτουν όλη σχεδόν την επικράτεια. Αντίθετα, οι μικρού μεγέθους επιχειρήσεις που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να διευρύνουν τα δίκτυα πωλήσεών τους, βασίζονται κυρίως στην απ’ ευθείας διάθεση των προϊόντων τους στην τοπική αγορά. 

 

Η ζήτηση των εμφιαλωμένων νερών χαρακτηρίζεται από εποχικότητα. Η ανεπάρκεια του δικτύου ύδρευσης σε διάφορες περιοχές, η φυσική έλλειψη νερού κυρίως στις νησιωτικές περιοχές, η τουριστική κίνηση και η στροφή σημαντικής μερίδας καταναλωτών σε πιο υγιεινές διατροφικές συνήθειες, αποτελούν τους παράγοντες που επηρεάζουν τη συνολική ζήτηση των εν λόγω προϊόντων.

 

Η κα Σταματίνα Παντελαίου, Διευθύντρια Οικονομικών και Κλαδικών Μελετών της ICAP Group σημειώνει σχετικά με τις εξελίξεις στην αγορά των εμφιαλωμένων νερών: «Η εγχώρια κατανάλωση εμφιαλωμένων νερών (σε λίτρα) αυξήθηκε την περίοδο 1990-2008 με μέσο ετήσιο ρυθμό ανόδου 12%. Ωστόσο, το 2009, ο ρυθμός ανόδου επιβραδύνθηκε σημαντικά (αύξηση μόλις 2%), ενώ το 2010 η αγορά παρουσίασε πτώση 4,5% και το 2011 περαιτέρω μείωση της τάξεως του 8%. Η ζήτηση καλύπτεται ουσιαστικά από εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα, εφόσον τα εισαγόμενα αφορούν μόλις το 1% της αγοράς. Οι εξαγωγές κυμαίνονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Όσον αφορά στη διάθρωση της αγοράς, η κατηγορία των φυσικών μεταλλικών νερών καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας παραγωγής εμφιαλωμένων νερών, αποσπώντας μερίδιο 72% το 2011. Ακολουθεί με διαφορά η κατηγορία των επιτραπέζιων νερών με 23,5% και η κατηγορία των ανθρακούχων με 4,5% περίπου». 

 

Οι τρέχουσες δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις οι οποίες συμπιέζουν το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, έχουν επηρεάσει γενικότερα και τις πωλήσεις προϊόντων μέσω των super – markets. 

 

Οι καταναλωτές είτε περιορίζουν τις αγορές τους είτε στρέφονται σε οικονομικότερες λύσεις. Ως εκ τούτου, παρατηρείται αύξηση των πωλήσεων εμφιαλωμένων νερών ιδιωτικής ετικέτας (private label) εις βάρος των “branded” προϊόντων. Το ποσοστό συμμετοχής των προϊόντων p-l στις συνολικές πωλήσεις εμφιαλωμένων νερών (σε αξία) μέσω των super – markets εκτιμάται γύρω στο 10% τον τελευταίο χρόνο, παρουσιάζοντας ανοδικές τάσεις. 

 

Στα πλαίσια της μελέτης έγινε και χρηματοοικονομική ανάλυση των παραγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου βάσει επιλεγμένων αριθμοδεικτών. Επίσης, συνετάχθη ομαδοποιημένος ισολογισμός βάσει αντιπροσωπευτικού δείγματος 26 επιχειρήσεων εμφιάλωσης νερού για τη διετία 2009-2010. 

 

Από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτουν τα εξής: Οι συνολικές πωλήσεις των 26 επιχειρήσεων του δείγματος σημείωσαν μικρή αύξηση (1,4%) το 2010/09. Ωστόσο, η αύξηση του κόστους οδήγησε σε σημαντική μείωση του μικτού κέρδους (-7,3%), κατ επέκταση δε και των λειτουργικών αποτελεσμάτων. Τελικά, τα συνολικά καθαρά κέρδη (προ φόρου) μειώθηκαν κατά 19,9%, τα δε κέρδη EBITDA μειώθηκαν οριακά (κατά 0,2%) την ίδια περίοδο.