Οι επώδυνες προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης των τελευταίων 2,5 ετών πλέον έχουν αρχίσει να αποδίσουν καρπούς, επισημαίνει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων. 


Η πολύ ικανοποιητική εκτέλεση του Προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης (ΓΚ) στο 7μηνο Ιαν.-Ιούλ. 2012 είναι αψευδής μάρτυς ότι η δημοσιονομική προσαρμογή έχει πλέον αποκτήσει μία εξαιρετικά ευνοϊκή δυναμική, που θα επιταχυνθεί όταν αρχίσει και η ανάκαμψη της οικονομίας. 


Από τα στοιχεία που ανακοίνωσε το Υπ. Οικονομικών εκτιμάται ότι το πρωτογενές έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης περιορίστηκε σημαντικά στα € 480 εκατ. στο 7μηνο. Ιαν.-Ιούλ.’12, από € 4,7 δις στο 7μηνο του 2011. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει εκ νέου τις εκτιμήσεις μας για εμφάνιση θετικού πρωτογενούς πλεονάσματος της ΓΚ, ύψους άνω του 0,5% του ΑΕΠ, από το 2012 έναντι πρωτογενούς ελλείμματος ύψους € 2,05 δις (-1,0% του ΑΕΠ) που προβλέπει ο επικαιροποιημένος Προϋπολογισμός 2012 (Π2012). 


Αυτή η ικανοποιητική επίδοση στο 7μηνο του 2012 επιτεύχθηκε κυρίως λόγω της δραστικής μείωσης των πρωτογενών δαπανών της ΓΚ κατά -8,0% στο 7μηνο.’12, έναντι μείωσής τους κατά -5,1% που προβλέπει ο Π2012. Σημειώνεται ότι η επίδοση αυτή δεν σχετίζεται με αιτιάσεις ότι το δημόσιο δεν πληρώνει τις υποχρεώσεις του.


Η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος στο ισοζύγιο της ΓΚ από το 2012 και η αύξηση αυτού του πλεονάσματος από το 2013 και μετά και η δραστική μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ΙΤΣ της χώρας, στο εκτιμώμενο 5,2% του ΑΕΠ το 2012 και περί το 1,0% του ΑΕΠ το 2014, θα αποτελέσουν την πιο σταθερή βάση για την ανάκτηση της αναγκαίας αξιοπιστίας και της οικονομικής ανεξαρτησίας της χώρας. 


Αιχμές για την ανάλυση του ΚΕΠΕ

Στο πλαίσιο αυτό, αναλύσεις όπως αυτές του ΚΕΠΕ με αρνητικές εκτιμήσεις για την ανάπτυξη της οικονομίας και την βιωσιμότητα του χρέους στην περίοδο μέχρι το 2020, αποπροσανατολίζουν την κοινή γνώμη περί το δέον γενέσθαι και αντιστρατεύονται την προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής καθώς επιβεβαιώνουν την ματαιότητα των πρωτοβουλιών που αναπτύσσονται, αναφερει η Alpha.


Σύμφωνα, λοιπόν, με τις καταθλιπτικές αυτές εκτιμήσεις, αν ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στην περίοδο 2013-2020 διαμορφωθεί στο 1,37% (με επιπλέον πτώση του ΑΕΠ κατά -2,5% το 2013 και κατά -1,5% το 2014) και με ελάχιστες ιδιωτικοποιήσεις και με συνεχιζόμενη πτώση των ήδη καταποντισμένων δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, τότε το δημόσιο χρέος το 2020 θα διαμορφωθεί στο 151% του ΑΕΠ. 


Σε σχέση με αυτή την διαπίστωση σημειώνονται τα ακόλουθα: 


α) Η εξέλιξη που προβλέπει το ΚΕΠΕ μπορεί πράγματι να συμβεί αν οι ελληνικές κυβερνήσεις έως το 2020 λειτουργήσουν με στόχο τη μεγαλύτερη δυνατή πτώση του ΑΕΠ και τη μεγαλύτερη δυνατή διόγκωση του δημοσίου χρέους της χώρας, μια υπόθεση που είναι μάλλον άτοπη. 

β) Ωστόσο, αν υπήρχε το ενδεχόμενο να επαληθευτούν οι εκτιμήσεις του ΚΕΠΕ για την εξέλιξη του ΑΕΠ έως το 2020, τότε το πρόβλημα της χώρας δεν θα ήταν η αύξηση του δημοσίου χρέους της, η οποία έτσι κι αλλιώς θα ήταν χωρίς καμιά σημασία. Το πρόβλημα θα ήταν ότι αν αφηνόταν η οικονομία να σημειώσει νέα σημαντική πτώση του ΑΕΠ κατά -2,5% το 2013 και κατά -1,5% το 2014, τότε η ανεργία θα έχει ανέλθει ήδη στο 30% στο τέλος του 2014. Γενικά, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι μια νέα πτώση του ΑΕΠ κατά -2,5% το 2013 (μετά την σωρευτική πτώση του κατά -18,5% στην περίοδο 2008-2012) θα είναι πολύ πιο οδυνηρή, όσον αφορά τις επιπτώσεις της στην κοινωνία, από την πτώση του ΑΕΠ κατά -6,9% το 2011. 


Σημειώνεται εν προκειμένω, ότι η πτώση του ΑΕΠ στο 2ο 6μηνο του 2011 και στο 1ο 6μηνο του 2012 οφείλεται κατά κύριο λόγο στον καταποντισμό του οικονομικού κλίματος στη χώρα και στη φυγή καταθέσεων και άλλων κεφαλαίων από την Ελλάδα λόγω των απειλών περί κατάργησης των Μνημονίων και περί εξόδου της χώρας από το Ευρώ και σε μικρότερο βαθμό στην δημοσιονομική προσαρμογή που πράγματι επιτεύχθηκε. Για τον ίδιο λόγο, η ανάκαμψη της οικονομίας, πιθανώς από το 2ο 6μηνο του 2013, θα στηριχθεί κατά κύριο λόγο στην αντιστροφή των ανωτέρω αρνητικών παραγόντων: 


Στη βελτίωση του οικονομικού κλίματος, που ήδη σημειώνεται τον Ιούλιο-Αύγουστο του 2012 (αντίθετα με τις τάσεις σημαντικής επιδείνωσης που επικρατούν στις περισσότερες άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης), και στη σημαντική βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας στην οικονομία με προσέλκυση και σημαντικών ξένων επενδυτικών κεφαλαίων μέσω των αποκρατικοποιήσεων. 


Για την αύξηση της ρευστότητας στην οικονομία, είναι απαραίτητη η ταχύτερη δυνατή εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, ύψους € 6,6 δις το 7μηνο Ιαν.-Ιούλ.΄12, όπως προαναφέρθηκε. 


Η εξόφληση ενός μεγάλου μέρους αυτών των υποχρεώσεων, η οποία θα γίνει δυνατή με την είσπραξη της δόσης των € 31,5 δις που θα πραγματοποιηθεί μετά την υποβολή της Έκθεσης της τρόικα για την πορεία υλοποίησης του προγράμματος προσαρμογής, θα συμβάλλει στην ουσιαστική βελτίωση της ρευστότητας στην οικονομία. 


Επιπλέον, η ρευστότητα στην οικονομία θα ενισχυθεί στο τελευταίο 3μηνο του 2012 με τη διακοπή των εκδόσεων ΕΓΕΔ (αφού η χρηματοδότηση των αναγκών θα μπορεί να γίνει από τις δόσεις του Δανείου από το EFSF και από το ΔΝΤ) και με την συνέχιση της σταδιακής επιστροφής των καταθέσεων στις Τράπεζες. 


Οι εξελίξεις αυτές θα αυξήσουν τα διαθέσιμα των τραπεζών που θα μπορούν να προσφερθούν για την αναγκαία χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα. 


Η χρηματοδοτική βοήθεια από τη Ζώνη του Ευρώ(το EFSF) και από το ΔΝΤ (2012: € 44,5 δις, 2013: € 24 δις, 2014: € 22,5 δις) και η επιστροφή των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες θα αποτελέσουν τους βασικούς μοχλούς ενίσχυσης της ρευστότητας στην οικονομία. 


Θα διευκολύνουν τις αποκρατικοποιήσεις και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας που ήδη προωθούνται εντατικά από την Κυβέρνηση. Θα συμβάλλουν, επίσης, στην αποκατάσταση της ικανοποιητικής ροής αναπτυξιακών πόρων από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ και από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων που διαμορφώθηκαν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα το 2011-2012. 


Με αυτό τον τρόπο η ρευστότητα στην οικονομία μπορεί να ενισχυθεί στα επόμενα έτη κατά πολύ περισσότερο από την όποια αρνητική επίπτωση από την εφαρμογή των μέτρων των € 11,5 δις το 2013-2014. 


Η έγκαιρη ανάκαμψη της οικονομίας είναι τώρα δυνατή. Σε κάθε περίπτωση, το αναμενόμενο πλεόνασμα στο πρωτογενές ισοζύγιο της ΓΚ ήδη από το 2012 και τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις και από την αξιοποίηση της περιουσίας του δημοσίου θα συμβάλλουν: 


Πρώτον, στη σημαντική βελτίωση του οικονομικού κλίματος στη χώρα και στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων και κεφαλαίων μέσω των αποκρατικοποιήσεων, με συνέπεια την σταδιακή ανάκαμψη και των ιδιωτικών επενδύσεων (από τα υπέρμετρα χαμηλά επίπεδα στα οποία διαμορφώνονται σήμερα - μετά από μια πενταετία συνεχούς πτώσης τους κατά μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του -20%) και την ανάκαμψη της οικονομίας ήδη από το 2013. 


Δεύτερον, στην ομαλή εξυπηρέτηση των ήδη σημαντικά μειωμένων χρεών της χώρα μας (λόγω του PSI Plus), ξαναχτίζοντας έτσι με επιμονή και συνέπεια τη χαμένη σήμερα αξιοπιστία της, με εξαιρετικά σημαντικές ευνοϊκές συνέπειες για την τρέχουσα και τη μελλοντική αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας της. 


Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας είναι ο κεντρικός σκοπός της οικονομικής πολιτικής. Είναι αυτονόητο ότι πρέπει να δημιουργηθεί μια κρίσιμη μάζα αναπτυξιακών πρωτοβουλιών και παρεμβάσεων, πέραν της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης που παραμένει ο πρωταρχικός καταλύτης και που εξυπηρετείται μόνο από την προσήλωση στους στόχους της δημοσιονομικής προσαρμογής και των ιδιωτικοποιήσεων.