Η κρίση του δημόσιου χρέους οδήγησε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες να υιοθετήσουν μια πολιτική δραστικής λιτότητας που ενέχει τον κίνδυνο να τις βυθίσει σε μια πολυετή ύφεση. Μπροστά σ'αυτό το ζοφερό μέλλον, οι αναλυτές προτείνουν μόνο ακραίες λύσεις.

Αλλοι μιλούν για μια εσωτερική υποτίμηση έως ότου ανακτηθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητα (ο λεγόμενος «λετονικός δρόμος») κι άλλοι προτείνουν την έξοδο από το ευρώ, την οποία θα ακολουθήσει η υποτίμηση του νέου νομίσματος. Υπάρχουν όμως κι άλλα μέτρα, λιγότερο επικίνδυνα και λιγότερο διχαστικά.
 

Αν είναι αναγκαίο οι ιδιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι να δαπανούν κατά 10% λιγότερο για μερικά χρόνια, γράφει στην «Le Monde» ο οικονομολόγος και φιλόσοφος Φρανσίσκο Βεργκάρα, αυτό μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους. Ο ένας είναι φυσικά να μειωθεί ο μισθός τους κατά 10%. Ο άλλος είναι να υποχρεωθούν να κάνουν μια αντίστοιχη αποταμίευση, με το συγκεκριμένο ποσοστό του μισθού τους να κατατίθεται σε έντοκους κλειστούς λογαριασμούς. Όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες, αυτοί οι λογαριασμοί θα ανοίξουν σταδιακά (σε συνάρτηση δηλαδή με την παγκόσμια ζήτηση) και στοχευμένα (ώστε να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένες οικονομικές και κοινωνικές προτεραιότητες).
 

Τη μέθοδο αυτή επέλεξαν κατά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο η Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν χρειάστηκε να μειωθούν οι ιδιωτικές δαπάνες ώστε να διοχετευθεί ένα μεγαλύτερο μέρος του εθνικού εισοδήματος στη χρηματοδότηση του πολέμου, οι οικονομολόγοι Τζον Κέινς και Αλβιν Χάνσεν πρότειναν αυτή τη λύση. Είναι επίσης απαραίτητο η αγοραστική δύναμη που θα αφαιρεθεί από την κυκλοφορία να επηρεάσει το λιγότερο δυνατό την εθνική παραγωγή. Αν αφεθεί στις αγορές να αποφασίσουν ποια αγαθά και ποιες υπηρεσίες θα πληγούν από τη μείωση της ζήτησης, οι καταναλωτές θα μειώσουν την αγορά όχι μόνο των εισαγόμενων, αλλά και των εγχώριων προϊόντων. Οι δαπάνες που αφορούν τα τελευταία μπορεί μάλιστα να μειωθούν περισσότερο, καθώς τα εγχώρια προϊόντα δεν είναι πάντα λιγότερο ακριβά από τα εισαγόμενα.
 

Ένα ανάλογο πρόβλημα παρουσιάστηκε στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Συγγραφείς όπως ο Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ στις ΗΠΑ και ο Μίχαλ Καλέτσκι στη Βρετανία πίστευαν ότι δεν υπήρχε κανείς λόγος τα νοικοκυριά να στερηθούν αγαθών που δεν υπηρετούσαν την πολεμική προσπάθεια. Η απότομη μείωση της αγοραστικής δύναμης τούς φαινόταν ένας βάρβαρος τρόπος να μειωθεί η ζήτηση των σπάνιων προϊόντων (που είχε ανάγκη ο στρατός), γιατί μειωνόταν ταυτόχρονα και η ζήτηση των προϊόντων που βρίσκονταν σε αφθονία (και τα οποία ο στρατός δεν είχε ανάγκη). Όπως έγραψε ο Καλέτσκι, «αν κάποιος μειώσει τις δαπάνες του νοικιάζοντας ένα μικρότερο διαμέρισμα ή κόβοντας τον κινηματογράφο, δεν συμβάλλει ιδιαίτερα στην πολεμική προσπάθεια».
 

Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα: ένας λαός που θέλει να μειώσει τη συνολική του δαπάνη δεν χρειάζεται να μειώσει την αγορά αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στη χώρα του. Για να αποτραπεί κάτι τέτοιο θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί διάφορες ιδέες, όπως το να καταβάλλει για ένα διάστημα μέρος των μισθών με τη μορφή ενός «συμπληρωματικού νομίσματος» που θα χρησιμεύει αποκλειστικά για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών εθνικής σημασίας. Αυτό το είδος στοχευμένων νομισμάτων υπάρχει ήδη με διάφορες μορφές (κουπόνια για εστιατόρια, επιταγές για διακοπές).

Αν τις μορφές αυτές τις χρησιμοποιούν τα μεγάλα καταστήματα για να αυξάνουν τις πωλήσεις τους, δεν υπάρχει κανείς λόγος να μη χρησιμοποιηθούν για ένα διάστημα και από τις δημόσιες υπηρεσίες προκειμένου να τονωθεί η τοπική δραστηριότητα. Τέτοιες πρωτοβουλίες, σημειώνει ο συγγραφέας, παρατηρούνται ήδη στην Ελλάδα και την Ισπανία.
 

Μπορεί κανείς να σκεφτεί πολλά ακόμη τέτοια προσωρινά μέτρα. Μπορεί να μην ανταποκρίνονται ακριβώς σε μια ενιαία και ανοιχτή οικονομία, χρησιμοποιήθηκαν όμως συχνά σε μεγάλες καταστροφές της Ιστορίας.


Με πληροφορίες από imerisia.gr